Ομήρου Οδύσσεια
Όμηρος, -700
Ο Πολυλάς αποδίδει τον Όμηρο στη γλώσσα που μιλάμε. Ένα ταξίδι, μια επιστροφή κι ένας άνθρωπος που δεν έχει άλλο πλοίο παρά τη γλώσσα του.
Η ποίηση εδώ γυρίζει ξανά στην ιστορία, στη μνήμη και στην ελευθερία, με στίχους που κρατούν μαζί τη χαρά και την απώλεια. Στην «Οδύσσεια» του Ομήρου, ένας άντρας παλεύει να γυρίσει σπίτι· στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού, η πολιορκία συναντά την ομορφιά της άνοιξης και την απόφαση να μείνεις ελεύθερος.
Μια σελίδα που το δείχνει
Σε μια άγρια ακρογιαλιά, ένας εξαντλημένος ναυαγός χώνεται στα ξερά φύλλα για να σωθεί.
Και τούτο συμφερώτερο του εφάνη• προς το δάσοςεκίνησε, και τωύρηκεν εις το νερό πλησίον,’ς ανοικτόν τόπον• έσκυψε κάτω από δυό δενδρούλιαομόρριζα, και το ’να εληά, και τ’ άλλο ήταν αγρίλι•κει μέσα ούτ’ άνεμοι φυσούν με την υγρή πνοή τους,ούτε του ηλιού πότ’ έφθασαν η φωτειναίς ακτίνες,ούτε η βροχή τα έσπασε• τόσο πυκνά πλεγμέναήσαν μαζή• κ’ εσύρθηκε ’ς εκείν’ ο Οδυσσέας,κ’ ευθύς στρώσιν εστοίβασε πλατειά με τα δυο χέρια•ότ’ ήσαν φύλλα περισσά χυμέν’ αυτού, ’π’ αρκούσαννα φυλαχθούν άνθρωποι δυο και τρεις ’ς ώρα χειμώνος,και αν ψύχος έπνεε δριμύ• τα είδε κ’ εχάρη ο θείοςο άνδρας ο πολύπαθος, και του σωρού ’ς την μέσηεπλάγιασε κ’ επάνω του έχυσε φύλλα πλήθος. Όμηρος, -700
Ο Πολυλάς αποδίδει τον Όμηρο στη γλώσσα που μιλάμε. Ένα ταξίδι, μια επιστροφή κι ένας άνθρωπος που δεν έχει άλλο πλοίο παρά τη γλώσσα του.
Κωνσταντίνος Καβάφης, 1937
Ένας Αλεξανδρινός υπάλληλος κάνει την ελληνική ιστορία καθρέφτη για όποιον έχει αποτύχει ή σκέφτεται να τα παρατήσει. Ένα ποίημα κάθε βράδυ και σου μένει.
Κωνσταντίνος Καβάφης, 1968
Το μυστικό συρτάρι του Καβάφη: ποιήματα που δεν δημοσίευσε ποτέ, από αλληγορίες με παρτίδες σκακιού και χαμένα νιάτα ως εξομολογήσεις του πόθου και τον τελευταίο Έλληνα αυτοκράτορα.
Όμηρος, -750
Πόλεμος δέκα χρόνια, κι η νίκη δεν έρχεται. Ο καβγάς, οι απώλειες και δύο αδύνατες επιλογές κρατούν τους ανθρώπους στη μάχη.
Διονύσιος Σολωμός, 1830
Ο εθνικός ποιητής γράφει σάτιρα: ένας ζυγιαστής ζυγίζει ανθρώπους, πουλιά και πολιτικούς, κι ένα ποίημα ξεκινά από ένα όνειρο και μια τρίχα.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Σατιρικοί στίχοι του Σολωμού στα ελληνικά, τα ιταλικά και τα βενετσιάνικα: ο γιατρός Ροΐδης, ο αλαζόνας Ισούφ, μια αδιάκοπη παρέλαση γιατρών που δεν θεραπεύουν και ασθενών που γελούν.
Διονύσιος Σολωμός, 1825
Ο Σολωμός μετατρέπει τον θάνατο του Μπάιρον σε μοιρολόι για την Ελλάδα: ο ποιητής γίνεται κήρυκας της λευτεριάς, σε μια αδρή και πολυτελή γλώσσα που η λογοτεχνία είχε ξεχάσει.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Τα ποιήματα που έγραψε ο Σολωμός καθώς αναζητούσε μια ελληνική ποίηση ικανή να σηκώσει ένα έθνος: θραύσματα λαχτάρας, θλίψης και ανάστασης, μερικά από τα οποία έμειναν ανολοκλήρωτα.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, η ομορφιά της άνοιξης συναντά την πείνα, τον έρωτα και την απόφαση να μείνουν ελεύθεροι.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Τραγούδια, αποσπάσματα και ανολοκλήρωτα ποιήματα όπου η προσωπική απώλεια, η ομορφιά της φύσης και ο αγώνας για ελευθερία συναντιούνται σε δυνατές εικόνες.
Homer, -800
Κωστής Παλαμάς, 1886
Ο μεγάλος λαϊκός ποιητής της νεότερης Ελλάδας: μπαλάντες, θρύλοι νησιών και μικρά μοιρολόγια, στη γλώσσα που μιλούσε ο κόσμος. Ένα φθινόπωρο, ένας καθρέφτης, μια γιαγιά που κρατά τα ρούχα του γάμου της.
Homer, -750
Ένας πόλεμος έξω από μια πόλη έχει βαλτώσει. Ο πληγωμένος εγωισμός ενός αρχηγού κρατά τον καλύτερο πολεμιστή του στρατού μακριά από τη μάχη. Επτά εβδομάδες οργής, πένθους και πανοπλιών.
Κώστας Καρυωτάκης, 1928
Ο ποιητής της ελληνικής απογοήτευσης: ειρωνικοί, μουσικοί στίχοι για χαμένες ελπίδες, μονότονα γραφεία και την παράξενη παρηγοριά που κρύβεται στο ότι τίποτα δεν μένει.
Dante Alighieri, 1321
Homer, -750
Μια ιστορία επιστροφής, όπου ο ήρωας χάνει πλοία, συντρόφους και χρόνια, ανάμεσα σε τέρατα, θεές και μια γυναίκα που περιμένει. Η πεζή μετάφραση του Μπάτλερ διαβάζεται σαν ταξιδιωτικό χρονικό.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Ο εθνικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας, του οποίου τα σπουδαιότερα έργα σώζονται σε αποσπάσματα. Διάβασε όσα ολοκλήρωσε, όσα εγκατέλειψε και όσα θυμούνταν οι φίλοι του.
John Milton, 1667
James Joyce, 1907
Τα ποιήματα που έγραψε ο Τζόις πριν από τον «Οδυσσέα»: ερωτικά λυρικά ποιήματα με ρυθμό τραγουδιού και, αργότερα, πιο σκοτεινά κομμάτια από την Τεργέστη και το Παρίσι, τόσο σύντομα που διαβάζονται όρθιος.
Geoffrey Chaucer, 1476
Ένα ξέφρενο μεσαιωνικό ταξίδι: προσκυνητές, μια γυναίκα με πέντε συζύγους, ένας συγχωροχαρτάς που πουλά πλαστά λείψανα και ιστορίες για τον γάμο, την τύχη και το ποιος έχει δικαίωμα να μιλά.
Άγγελος Σικελιανός, 1916
Ένας ποιητής περπατά ανάμεσα στους νεκρούς σαν να είναι συγγενείς του και βρίσκει για το πένθος μια γλώσσα πιο κοντά στο γλέντι παρά στο μοιρολόι. Ένας αδιάκοπος ύμνος, στους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, σε μια μάνα πιο πλατιά από κάθε εκκλησία.
Άγγελος Σικελιανός, 1918
Ένας ποιητής ανεβαίνει στο βουνό το Πάσχα και βρίσκει τους παλιούς θεούς να αναπνέουν ακόμα στο φως, στο ψωμί και στο πέλαγος.
Άγγελος Σικελιανός, 1907
Ένας νέος ποιητής ακούει στη Λευκάδα μια φωνή να τον καλεί να μετατρέψει το τάμα σε λόγο και πράξη. Λυρισμός με γεμάτα πνευμόνια.
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.
Τη νύχτα, πράγματα δίχως όνομα περπατούν στο δωμάτιό σου.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,
τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου
σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε
Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν
και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν
και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε —
και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν
σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης
Δύο άντρες συναντιούνται ανάμεσα στα στρατεύματα κι ο ένας απαντά με φύλλα.
«Τὴν γενεάν μου τί ἐρωτᾶς, ἀτρόμητε Τυδείδη;
Καὶ τῶν θνητῶν ἡ γενεὰ τῶν φύλλων ὁμοιάζει·
τῶν φύλλων ἄλλα ὁ ἄνεμος χαμαὶ σκορπᾶ καὶ ἄλλα
φυτρώνουν, ὡς ἡ ἄνοιξη τὰ δένδρ’ ἀναχλωραίνει·
καὶ τῶν θνητῶν μιὰ γενεὰ φυτρώνει καὶ ἄλλη παύει.Ιλιάδα · Όμηρος
Ξυπνάς βέβαιος πως ήταν μόνο όνειρο· ύστερα ανοίγεις τα χέρια
Ι
Στὴ ζέστη ὁ φλάρης τοῦ χοροῦ μία ματιὰ μοῦ ρίχνει
κι’ ἔπειτα εἰς τὸ πάτωμα κάτι τάχα μοῦ δείχνει
κι’ ἐγὼ ποὺ λέω πὼς μὲ καλεῖ στὸ ζύγιασμα μὲ βάλῃ
μέσα ἡ ψυχή μου ἐθύμωσε, σέρνω φωνὴ μεγάλη
καὶ βρίσκομ’ ἔξυπνος γυμνός, ἔξω ἀπὸ τὸ κλινάρι
καὶ μὲ τὰ χέρια ποὺ ἔτρεμαν στὸ λάρυγγα τοῦ φλάρη.
Ἀκίνητος, ἀμίλητος, στὸν τόπο του στημένος
δὲν εἶν’ τὰ ζύγη πλέον ἐκεῖ, δὲν εἶν’ ὁ ζυγιασμένος.
Ἔμεινα, ἐστέναξα βαριά, τὸ πᾶν ἐσιωποῦσε·
μέσ’ στὴν αὐλή μου ὁ κόκορας βραχνόφωνα λαλοῦσε.
χτυπῶ τὸ μέτωπο, ἐδῶ μοῦ ’πρεπε μὲ τσ’ ἀμάδες
ξανοίγω κάτου τὰ μαλλιά! τὲς τρίχες τὲς γραφάδες.Η Τρίχα · Διονύσιος Σολωμός
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροήΔιάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.