Πάσχα των Ελλήνων
Άγγελος Σικελιανός (1884–1951), 1918
Ένας ποιητής ανεβαίνει στο βουνό το Πάσχα και βρίσκει τους παλιούς θεούς να αναπνέουν ακόμα στο φως, στο ψωμί και στο πέλαγος. Το ποίημα κινείται αργά, με πυκνή, παλιότερη γλώσσα και εικόνες όπου το πασχαλινό φως, το βουνό και το πέλαγος συναντούν την αρχαιότητα.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν αναζητάς λυρική ποίηση που ενώνει το ελληνικό τοπίο με αρχαίους θεούς και πασχαλινές εικόνες. Η γλώσσα είναι παλιότερη και απαιτητική, οπότε ίσως χρειαστεί να σταθείς σε στίχους για να τους παρακολουθήσεις.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να δεις πώς ο Σικελιανός πλέκει το Πάσχα με τη φύση και την αρχαία ελληνική παράδοση, μέσα από δυνατές εικόνες φωτός και θάλασσας.
Σελίδες από το βιβλίο
Πώς γίνεται η άκρη του γκρεμού να φέρνει γαλήνη;
Την ώρα π’ όλο το βουνό, μονόφωτο υψωμένο,στη φλόγα την ατάραχη που καίει του δειλινού,κρυφωριμάζει, ασάλευτο κι ωσά μεγαλωμένο,όλη τριγύρα τη βουλή του διάπλατου ουρανού,κι από ψηλά το πέλαγο διαφέγγει ώσμε τα σπλάχνα,θαμπωτικά λαμπάζοντας σε βάθη αστραφτερά,και τα καράβια ολάρμενα, μέσα στη σύχλιαν άχνα,μ’ όλα ανοιγμένα τα πανιά, κοιμώνται στα νερά,στ’ άγριο ρουμάνι, όθε φωτάν της άβυσσος τα μάκρη,καθώς ψυχής, τριγύρα μου δεν πνέει ανασασμός,ευφραίνομαι έτσι ατάραχος να κάθομαι άκρη άκρηκει που κρεμάει, στα πόδια μου, πεντάβαθος γκρεμός! Μια καρδιά χτυπά σαν σφυρί κι ένα όνομα αντηχεί όλη νύχτα.
«Καρδιά σφυρί – κι ο πόθος μας στο πάλεμα γυμνίτης.Στα μάτια Σου είμαστ’ έφηβοι· στον ίσκιο Σου παιδιά.Κι όπως η αηδόνα, στη βαθιά νυχτιά, “Ίτυς, Ίτυς, Ίτυς!”φωνάζει μες στον πλάτανον, όμοια για Σε η καρδιά!»Ποιος την ψυχή μάς άγγιξε; και ποιος την απαλαίνειτην αναπνοιά στα σπλάχνα μας, κρυφά, σα βρεφική;“Από τις Πύλες τις Σκαιές, αργοπερνά η Ελένη,κ’ οι γέροι ορθοί σηκώνονται μπροστά της, σκεφτικοί!” Ένα βουνό σείεται κι ένας χορός κάνει το πλήθος καράβι.
Απ’ τα βαθιά του θέμελα, πλέριο τραντάζει το όρος.Κι ως, στων Μυστήριων τ’ άρρητα, το μένος σαν ξεσπά,τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος,και των οργίων το τύμπανο σα θεού καρδιά χτυπά,αιφνίδια, χαλκογόνατη τριγύρα μου μια νιότη,μες στου βουνού τ’ αδιάκοπο βαθύ μουκανητό,προβαίνει μ’ ανεπάντεχη γαλήνη και λαμπρότη,μ’ ένα τραγούδι ανάλαφρο, ψιλό, συγκρατητό!Μες στο χορό κριαρώνεται το γόνα με το γόνα–γεια σας! χαρά σας!–, δένονται τα χέρια τους σφιχτά,σάμπως τραβάν στα πέλαγα μαζί το θεόν Αγώνα,ένα καράβι από τη γη να πλέξει στ’ ανοιχτά! Άγγελος Σικελιανός.Ο Σικελιανός ονειρεύτηκε να αναβιώσει τις Δελφικές Εορτές. Το 1927 και το 1930 ανέβασε αρχαίο δράμα στους Δελφούς, με τη γυναίκα του, την Εύα Πάλμερ, να χορεύει. Αποσπάσματα από μια χαμένη τραγωδία.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Ποιήματα
Τέλλος Άγρας, 1940
Ποιήματα για λιμάνια, βροχερές γειτονιές και δρομάκια που δεν οδηγούν πουθενά: η λεπτή, τραγουδιστή φωνή ενός δασκάλου που αγάπησε τη χαρά των άλλων πιο πολύ από τη δική του. Διάβασέ τα για τη μουσική τους και για την εποχή τους: πίσω από τους στίχους ακούγονται η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Εδώ η ποίηση γίνεται μικρή, ζεστή συντροφιά: ένα πουλί σε κλαδί, νοτισμένο χώμα, φεγγάρι πάνω από σοκάκι. Ένα εισιτήριο για μια φωνή που ακόμα διαβάζεται λιγότερο απ’ όσο της αξίζει.
Ποιήματα
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934
Ένας ήπιος ποιητής των πουλιών, των γαϊδάρων και των γριών με τη ρόκα· μικρά ποιήματα που προσέχουν τις μικρές ζωές και τις αποχαιρετούν χωρίς μελό.
Το Άξιον Εστί
Οδυσσέας Ελύτης, 1959
Ένας ποιητικός στοχασμός για την ελληνική ιστορία και ταυτότητα, και για το φως που κερδίζεται μέσα από το σκοτάδι.
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Κωστής Παλαμάς, 1907
Ο Γύφτος φτάνει σε μια πόλη που γιορτάζει και αρνείται κάθε θρόνο που του προσφέρεται. Δώδεκα τραγούδια για τη λευτεριά, τη δουλειά και την τέχνη.
Ιλιάδα
Αλέξανδρος Πάλλης, 1904
Μια ριζοσπαστική απόδοση του 1904, που βάζει τον Όμηρο να μιλάει τη γλώσσα του ψαρά και του καραβοκύρη. Άκου τη θαλασσινή αλμύρα στα λόγια του.
Λαμπριάτικος ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Ένας ιερέας περιμένει ψάλτη τη νύχτα της Λαμπρής σ’ ένα ξωκλήσι πάνω από τη θάλασσα, ενώ ένας γέροντας που έχει χάσει τον δρόμο του παίρνει λάθος κατεύθυνση στο φως του φεγγαριού.
Περισσότερα βιβλία — Άγγελος Σικελιανός
Μήτηρ Θεού
Άγγελος Σικελιανός, 1916
Ένας ποιητής περπατά ανάμεσα στους νεκρούς σαν να είναι συγγενείς του και βρίσκει για το πένθος μια γλώσσα πιο κοντά στο γλέντι παρά στο μοιρολόι. Ένας αδιάκοπος ύμνος, στους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, σε μια μάνα πιο πλατιά από κάθε εκκλησία.
Αλαφροΐσκιωτος
Άγγελος Σικελιανός, 1907
Ένας νέος ποιητής ακούει στη Λευκάδα μια φωνή να τον καλεί να μετατρέψει το τάμα σε λόγο και πράξη. Λυρισμός με γεμάτα πνευμόνια.
Ποίηση
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Πάσχα των Ελλήνων»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν αναζητάς λυρική ποίηση που ενώνει το ελληνικό τοπίο με αρχαίους θεούς και πασχαλινές εικόνες. Η γλώσσα είναι παλιότερη και απαιτητική, οπότε ίσως χρειαστεί να σταθείς σε στίχους για να τους παρακολουθήσεις.
- Πώς είναι το «Πάσχα των Ελλήνων»;
- Το ποίημα κινείται αργά, με πυκνή, παλιότερη γλώσσα και εικόνες όπου το πασχαλινό φως, το βουνό και το πέλαγος συναντούν την αρχαιότητα.
- Τι να διαβάσω μετά το «Πάσχα των Ελλήνων»;
- Αν σου άρεσε το «Πάσχα των Ελλήνων», δοκίμασε «Ποιήματα» (Τέλλος Άγρας), «Ποιήματα» (Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και «Το Άξιον Εστί» (Οδυσσέας Ελύτης).
Μια γεύση από τη ροή
Μια δήλωση αγάπης χάνεται μέσα σε αναμνήσεις καλοκαιριού.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
Μια προσευχή που δεν ζητά τίποτα, ούτε καν να ξαναζήσει.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου. Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι. Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη. Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω. Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω. Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα. Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα. Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει. Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει. Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι. Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ. Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω. Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Ποιήματα · Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Όταν θολώνει ο νους, ποιες λέξεις σε βοηθούν να σταθείς;
Όπου και να σας βρίσκει το κακό,αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Το Άξιον Εστί · Οδυσσέας Ελύτης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή