Αλαφροΐσκιωτος
Άγγελος Σικελιανός (1884–1951), 1907
Ένας νέος ποιητής ακούει στη Λευκάδα μια φωνή να τον καλεί να μετατρέψει το τάμα σε λόγο και πράξη. Λυρισμός με γεμάτα πνευμόνια. Ο λυρισμός ξεχειλίζει σε στίχους γεμάτους φύση, λαχτάρα και δέος, καθώς μια φωνή καλεί τον νέο ποιητή να μιλήσει και να δράσει.
Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, θαυμασμός και δέος. Μιλά για τη φύση, την ταυτότητα και την πίστη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν η ελληνική ποίηση, τα τοπία της Λευκάδας και οι στίχοι που αναζητούν νόημα και ταυτότητα. Η φωνή είναι συχνά εκστατική και πυκνή, οπότε ίσως σε δυσκολέψει αν προτιμάς πιο λιτή γλώσσα.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να γνωρίσεις μια πρώιμη, δυνατή έκφραση του οράματος του Σικελιανού για την ποίηση, δεμένη με τη φύση και τον ελληνικό μύθο.
Σελίδες από το βιβλίο
Μόλις σβήνουν τα πάντα γύρω του, μια φωνή ανεβαίνει μέσα του.
Και νά, σκοτάδι μοκλεισε τα βλέφαραπυκνό, βαθύ. Σαν ο ήλιος να ’σβησεν,ο κάμπος, το βουνό, το ακροθαλάσσισαν ίσκιος στην ψυχή μου υψώθηκαν,σαν κυπαρίσσι λύγισεκαι βούιξεν όλ΄ η πλάση.Στερνά σημάδια, χάθηκαν στα μάτια μουοι πέντε αϊτοί στα αιθέρια,στερνά σημάδια μέσα μου, που αστράψανεμαζίκαι σβήσανε όλα σαν αστέρια. Τι σημαίνει να σε υποδέχεται ένα ολόκληρο χωριό σαν να γύρισες από τους νεκρούς;
Και στο λαό εκατέβηκα·και των σπιτιών οι θύρεςάνοιξαν τόσο αγαλινά,σα να ήταν τάφου θύρες.Κ’ ήταν σα να μ’ αγκάλιαζανγυρίζοντας από τον τάφο- οι μοίρεςέτσι το γνέμα εκλώσανε -ή σα να ζωντανέψανεγια μένα οι πεθαμένοι·τόσο βαθιά στο χώμα οι ρίζες σμίγανε,τόσο η κορφή μας ήτανε στον ουρανόυψωμένη. Λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, όλα μοιάζουν πιο ζωντανά.
Την αστραψιάν αντάμωσαπριν βγει απ’ το σύγνεφο. Στον κρότοτου κεραυνού αντιχτύπησετο χτυποκάρδι της καρδιάς μου πρώτο·στ’ ανάλαφρα ξυπνήματα,σε ξαφνικό ένα θρο των φύλλων,στο ξέχειλο κουδούνισμα,στην απονύχτερη ησυχία των γρύλων,στις πρώτες τις μιλιές το θαμποχάραμαστο δρόμο, και στα πρώτα παραθύριαπου ανοίγουν του ψαρά, και στ’ αναβρύσματα,βαθιά στα δέντρα, των πουλιών τα μύρια·στης χαραυγής την ευωδιάκαι στο άξαφνοτης αύρας όπου χτύπαε σημαντήριστο Απέραντο, στ’ ανάβρυσμαγεμίζονταςτ’ ολόχρυσο του πόθου μου κροντήρι! Άγγελος Σικελιανός.Ο Σικελιανός (1884–1951) γεννήθηκε στη Λευκάδα, το νησί από τον κάβο του οποίου, τον Λευκάτα, πηδά ο ποιητής σ’ αυτή τη συλλογή. Σε όλη του τη ζωή προσπάθησε να αναβιώσει τους Δελφικούς αγώνες και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Άγγελος Σικελιανός
Μήτηρ Θεού
Άγγελος Σικελιανός, 1916
Ένας ποιητής περπατά ανάμεσα στους νεκρούς σαν να είναι συγγενείς του και βρίσκει για το πένθος μια γλώσσα πιο κοντά στο γλέντι παρά στο μοιρολόι. Ένας αδιάκοπος ύμνος, στους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, σε μια μάνα πιο πλατιά από κάθε εκκλησία.
Πάσχα των Ελλήνων
Άγγελος Σικελιανός, 1918
Ένας ποιητής ανεβαίνει στο βουνό το Πάσχα και βρίσκει τους παλιούς θεούς να αναπνέουν ακόμα στο φως, στο ψωμί και στο πέλαγος.
Ποίηση
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Αλαφροΐσκιωτος»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν η ελληνική ποίηση, τα τοπία της Λευκάδας και οι στίχοι που αναζητούν νόημα και ταυτότητα. Η φωνή είναι συχνά εκστατική και πυκνή, οπότε ίσως σε δυσκολέψει αν προτιμάς πιο λιτή γλώσσα.
- Πώς είναι το «Αλαφροΐσκιωτος»;
- Ο λυρισμός ξεχειλίζει σε στίχους γεμάτους φύση, λαχτάρα και δέος, καθώς μια φωνή καλεί τον νέο ποιητή να μιλήσει και να δράσει. Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, θαυμασμός και δέος. Μιλά για τη φύση, την ταυτότητα και την πίστη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Αλαφροΐσκιωτος»;
- Αν σου άρεσε το «Αλαφροΐσκιωτος», δοκίμασε «Η Φαρμακολύτρια» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «1939» (Γιώργος Σαραντάρης) και «Ποιήματα» (Τέλλος Άγρας).
Μια γεύση από τη ροή
Ανάβει κερί σε μια αγία για μια αρρώστια που δεν θέλει να γιατρευτεί.
Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγα τὴν βραδεῖαν… Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων;… Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτίριον τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερὸν τῆς Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος;
Η Φαρμακολύτρια · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Κι αν η ποίηση πάψει να είναι στίχος και γίνει ολόκληρη ζωή;
Την ποίηση θα την κάνουμε μυθιστορία Μυθιστορία της άνοιξης και του καλοκαιριού Μυθιστορία του σώματος και της ψυχής Έλα να σπρώξουμε τους αιώνες μπροστά και πίσω Με τα γόνατα με τα χέρια με το στήθος Ν’ αφήσουμε χώρο στον εαυτό μας να σηκωθεί Να τεντώσει τα μπράτσα και ν’ ανασάνει Και να μπορέσει κάποτε σαν τον κεντρίσει ο πόθος Να πιάσει απ’ το δέντρο της πλάσης όλους τους καρπούς Μ’ όλα τα χελιδόνια να διασχίσει την οικουμένη Ένα ταξίδι σε μια αναπνοή.
1939 · Γιώργος Σαραντάρης
Μια δήλωση αγάπης χάνεται μέσα σε αναμνήσεις καλοκαιριού.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή