Μήτηρ Θεού
Άγγελος Σικελιανός (1884–1951), 1916
Ένας ποιητής περπατά ανάμεσα στους νεκρούς σαν να είναι συγγενείς του και βρίσκει για το πένθος μια γλώσσα πιο κοντά στο γλέντι παρά στο μοιρολόι. Ένας αδιάκοπος ύμνος, στους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, σε μια μάνα πιο πλατιά από κάθε εκκλησία. Ο αδιάκοπος ύμνος του Σικελιανού κινείται με ρυθμούς δημοτικού τραγουδιού, με κατάνυξη και δέος, και μιλά για το πένθος με λυρική γαλήνη.
Ατμόσφαιρα: δέος και γαλήνη. Μιλά για την πίστη, τη μνήμη και την αγάπη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβά η ποίηση που ενώνει την πίστη, την αγάπη και τη μνήμη των νεκρών σε έναν ύμνο. Να περιμένεις έναν ενιαίο ποιητικό λόγο και ρυθμούς δημοτικού τραγουδιού, όχι μια ιστορία με πλοκή.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να δεις πώς ο Σικελιανός μετατρέπει το πένθος σε κοινή, σχεδόν γιορτινή μνήμη και υμνεί μια μητρική παρουσία πέρα από τα όρια της εκκλησίας.
Σελίδες από το βιβλίο
Ένα πουλί γυρίζει σπίτι ύστερα από μακρύ ταξίδι και βρίσκει τη φωλιά του.
Μικρούλα πνοή, που τη δροσιά θεϊκά το θρέφει, κοίταπώς κυβερνάει δεξά ζερβά του τάφου του τη σαΐτα!Και νά· μια μέρα, στου σπιτιού το μεσιανό πατάρι,γοργόν, απ’ το πρωτόβραδο λιγνότερο φεγγάρι,αχαμνισμένο απ’ το μακρύ ταξίδι, καθώς σώνειτην όψη ο κρύφιος έρωτας, το πρώτο χελιδόνιδιανεύει ως ίσκιος άπιαστος στο δώμα απάνου κάτου,με συχνοφτερουγιάσματα τριγύρα απ’ τη φωλιά του … Όταν κλείνεις τα μάτια, ποιο πρόσωπο στέκει εκεί από καιρό;
Ζει ο σπόρος όλων των ανθών, και η μουσική τους μάναμιλιά δεν έχει μέσα μου, μα βόγκει ως η καμπάνα,ως η καμπάνα η βροντερή που, με τα μεσημέρια,στις στέγες κάνει να τρεμοπετάν τα περιστέρια …Κι αν κλείσω και τα βλέφαρα, Τη βλέπω· ω, πόσα, πόσα,τριγύρω απ’ το καντήλι Της, του σκοταδιού τα κρόσσα,και των ματιών Της η άβυσσο, κ’ η ασάλευτή Της όψη,σα σπάθα που μπορεί και την καρδιά στα δυο να κόψει! Οι μικρές μέλισσες φτιάχνουν το πιο γλυκό πράγμα μέσα στο σκοτάδι.
Μ’ από τις λιόχαρες πλαγιές το νιο μελίσσι αν έρτει,δουλεύει μες στα σκοτεινά το μέλι, στο κυβέρτι.Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!Στύλος εδώ γητεύεται, σε θείαν αταραξία,ωσά να λούζεται, άφωνος, βαθιά στο γαλαξία,εκεί π’ ανοίγετ’ άβυσσο, το μεσονύχτι, ο ζόφοςκαι μυρμηγκιάζει κι αναβρά καταμεσής στο αστρόφως! Άγγελος Σικελιανός.Ο Σικελιανός και η γυναίκα του, η Εύα Πάλμερ, οργάνωσαν τις Δελφικές Εορτές το 1927, ανεβάζοντας αρχαίο δράμα στα ερείπια πάνω από τους Δελφούς. Ο ποιητής προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να κάνει τον μύθο ζωντανό και παρόντα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Άγγελος Σικελιανός
Πάσχα των Ελλήνων
Άγγελος Σικελιανός, 1918
Ένας ποιητής ανεβαίνει στο βουνό το Πάσχα και βρίσκει τους παλιούς θεούς να αναπνέουν ακόμα στο φως, στο ψωμί και στο πέλαγος.
Αλαφροΐσκιωτος
Άγγελος Σικελιανός, 1907
Ένας νέος ποιητής ακούει στη Λευκάδα μια φωνή να τον καλεί να μετατρέψει το τάμα σε λόγο και πράξη. Λυρισμός με γεμάτα πνευμόνια.
Ποίηση
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Μήτηρ Θεού»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβά η ποίηση που ενώνει την πίστη, την αγάπη και τη μνήμη των νεκρών σε έναν ύμνο. Να περιμένεις έναν ενιαίο ποιητικό λόγο και ρυθμούς δημοτικού τραγουδιού, όχι μια ιστορία με πλοκή.
- Πώς είναι το «Μήτηρ Θεού»;
- Ο αδιάκοπος ύμνος του Σικελιανού κινείται με ρυθμούς δημοτικού τραγουδιού, με κατάνυξη και δέος, και μιλά για το πένθος με λυρική γαλήνη. Ατμόσφαιρα: δέος και γαλήνη. Μιλά για την πίστη, τη μνήμη και την αγάπη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Μήτηρ Θεού»;
- Αν σου άρεσε το «Μήτηρ Θεού», δοκίμασε «Ο φτωχός άγιος» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Τετράδιον Ε'» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης) και «Η φλογέρα του Βασιλιά» (Κωστής Παλαμάς).
Μια γεύση από τη ροή
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος καταλαβαίνει πως κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
Ο φτωχός άγιος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η πόλη σωπαίνει κι ο Αλή Πασάς μένει ξάγρυπνος.
Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε, ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια. Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της, γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει. Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει. Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτι κι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι. Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει, κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος. Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο καὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει. Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια, ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
Τετράδιον Ε' · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Το πλήθος είναι τόσο ανάκατο, που το ποίημα αρχίζει να χάνει τα πρόσωπά τους.
Διαβαίνουν οι παραταγές και το καθένα αλλάγιγι, τα πανωκλίβανα ριχτά κι οι αμαρτωσιές αστράφτουν. Κι οι στρατιώτες οι Έλληνες ολούθε καλεσμένοι, από του Ταιναίρου τα σπ΄ληλια ως τα λαγκάδια του Αίμου, Σε τι όνομα ν΄ακούν; και ποιοι; πώς να τους ξεχωρίσω; Και βιαστικοί και ανάκατοι και η ζωγραφιά τους βγαίνει κι εδώ θαμπή, αλαργεύει, αποζητά να ξαναμπεί στη νύχτα.
Η φλογέρα του Βασιλιά · Κωστής Παλαμάς
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή