Διονυσίου Σολωμού
Διονύσιος Σολωμός (1798–1857), 1859
The good poet of modern Greece whose greatest works survive as fragments. Read what he finished, what he abandoned, and what his friends remembered. Awe and longing run through these lyrical fragments, with a voice that can feel both artful and unfinished.
Feels like awe, longing and nostalgia. About art, freedom and home.
Who it’s for
You may like this if you enjoy Greek poetry that prizes sound, memory and patriotic feeling over neat completion. Be ready for unfinished and abandoned pieces, and for Greek that can be demanding for readers used to modern phrasing.
Why read it
Read it to see how much Solomos could do in a few lines, and to hear the national anthem's poet in a more private, searching mode.
Pages from the book
Some first impressions stay untouched by time.
Η Ζάκυνθος. Ανάμεσα ’ς τα τόσα, ’ς τα γοργά και τα διαβατικά που μας εντυπώνονται, και που τα γράφ’ η μνήμη και τα ξεγράφει, κάποιες ενθύμησες από τα πρώτα χρόνια, κρατειούνται πλέον επίμονα, απείραχτες από τον καιρό. Μια τέτοια ενθύμηση μου απομένει του τόπου που γεννήθηκεν ο Σολωμός, όταν επρωτοπέρασ’ από κείθε, παιδί. Διάβα γληγωρότατο, μιας ώρας μόλις· και ζωηρότατη εντύπωση κόσμου αγνώριστου ως τότε, ονειρευτού. Του αέρα ήταν η αξεθύμαστη μοσκοβολιά· άρχιζε ’ς του νησιού το σίμωμα μέσ’ από το καράβι ακόμα, σα να μη χύνονταν η ευωδιά μονάχ’ από τα περιβόλια, σα να ήταν εκείνη το μοναδικό και το μυστικό χάρισμα γης και αέρα και ουρανού εκεί. The ambition to build a new art from an old idea of Greece.
Τα οχτώ και είκοσι γρόνια, που έζησε ’ς την Κέρκυρα, φαίνεται πως τα γιομίζει ένας αγώνας για πλαστουργίαν έργου διαφορετικού κι από τον ειδυλλιακό και τον ελεγειακό τόνο των πρώτων τραγουδιών κι από τους πινδαρισμούς των Ύμνων, ακόμα κι’ από τη Βυρωνική μαζί και Δάντειαν ανατριχίλα του «Λάμπρου». Βάλθηκε σάρκα να δώση ’ς την ιδέα του: «Κλείσε μέσα ’ς την ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου.» Το έργο του της εποχής της Κερκύρας αληθινά βλέπει προς κάθε είδος μεγαλείου· όργανο προς τούτο μεταχειρίζεται την ιδέα· και η ιδέα προβάλλει σχεδόν πάντα, είτε από την ιστορία, είτε από τη φύση την ελληνική· από τον «Κρητικό» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ως τον «Πόρφυρα» και το Carmen Seculare. Κι ακόμ’ από τα ελληνικά την πρώτη ορμή λαχταρίζει να πάρη, για να ξανοίξη τα καθολικά και να υψωθή ως εκείνα. Whether a story missing its end can still be complete.
Κρίμα πως δεν έχομε παρά προπλάσματα και σημειώματα, κομμάτια και συντρίμματα, για να λάβουμε καθαρήν ιδέα πού τραβούσε και πού έφτασε μια τέτοια εργασία. Πιο πολύ αόριστα ψυχολογικά παρά φιλολογικά χειροπιαστά μαρτύρια μιας πνευματικής φυσιογνωμίας. Και θα μπορούσε κανείς να παρατηρήση: — Αυτά που έγραψε και δεν έφτασαν ως εμάς, ή, αυτά που δεν πρόφτασε μήτε να γράψη, μπορεί να ήταν αριστουργήματα. Όμως εμείς δεν τα ξέρομε. Από το όλον έργο τι βγαίνει τάχα; σχεδόν τίποτε. — Βγαίνει μια ξεχωριστή και μια μοναδική εικόνα. Αδιάφορο αν δεν είν’ εκείνη που θα ήταν αν το είχαμεν ακέριο το έργο του. Το έργο του άγγλου ποιητή Κόλεριτς παρωμοιάστηκε με παλάτι που δεν τελείωσε. Του Σολωμού δεν είναι τάχα σαν παραιτημένα θέμελα παλατιού που δε χτίστηκε; αλλ’ από τον τρόπο που είναι χτισμένα τα θεμέλια κρίνομε για το παλάτι. Πάει χαμένο το μέγα σύνολο το οικοδομικό και η αρχιτεχτονική απ’ άκρη ’ς άκρη εντέλεια. Διονύσιος Σολωμός.Solomos wrote the first stanzas of the Hymn to Liberty in 1823; set to music, it became the Greek national anthem — and, in a rare case, the anthem of two countries, Greece and Cyprus.
Books that feel like this
More by Διονύσιος Σολωμός
Ἡ Τρίχα
Διονύσιος Σολωμός, 1830
Ο εθνικός ποιητής γράφει σάτιρα: ένας ζυγιαστής ζυγίζει ανθρώπους, πουλιά και πολιτικούς, κι ένα ποίημα βγαίνει από ένα όνειρο και μια τρίχα.
Σατιρικά
Διονύσιος Σολωμός, 1859
In these fragmentary poems, lost characters search their own memories, unsure which words are theirs and which belong to the dead.
Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάιρον
Διονύσιος Σολωμός, 1825
Solomos turns Byron's death into a lament for Greece: the poet as freedom's herald, sung in the ragged, luxurious Greek that literature forgot.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Διονυσίου Σολωμού for me?
- You may like this if you enjoy Greek poetry that prizes sound, memory and patriotic feeling over neat completion. Be ready for unfinished and abandoned pieces, and for Greek that can be demanding for readers used to modern phrasing.
- What is Διονυσίου Σολωμού like?
- Awe and longing run through these lyrical fragments, with a voice that can feel both artful and unfinished. Feels like awe, longing and nostalgia. About art, freedom and home.
- What should I read after Διονυσίου Σολωμού?
- If you liked Διονυσίου Σολωμού, try Ο Αρίονας (Γεράσιμος Μαρκοράς), Ο δωδεκάλογος του Γύφτου (Κωστής Παλαμάς) and Οδύσσεια (Όμηρος).
A taste of the feed
She dresses and drinks as if for a wedding. Afterwards, the moon crosses her lips.
Σὰ νύφη στολισμένη ἔπειτα πάει καὶ ρίχνεται στὸ στρῶμα, ὅπου δειλιάζει· ἀλλὰ ξάφνου σὲ λίγο ἀνασκιρτάει καί, δίχως φρίκη, ἕνα ποτῆρι ἀδράζει. Σὰν κἄτι ἀκούει· προσέχει, καὶ γελάει: Μὲ κράζει! - μουρμουρίζοντας – μὲ κράζει! Γλήγορα! ἂν τρέξω εἰς τὸ πλευρό του· ἂς κάμω πικρότατη σπονδὴ γιὰ οὐράνιο γάμο! Τ’ ἄδειο ποτῆρι καταγῆς, τὸ σῶμα πέφτει βάρος ἀναίσθητο στὴν κλίνη· ἀλλ’, ὡς γελοῦν τὰ ὡραῖα της χείλη ἀκόμα, φαντάζεσαι πῶς κἄτι ἔχει νὰ κρίνῃ.
Ο Αρίονας · Γεράσιμος Μαρκοράς
To be truly free, first learn to rule yourself. Then give yourself away.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
A dog recognises its master first, and can only wag a tail.
Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης, ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει. Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια, ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.” Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν, σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ’ αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει, ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει, ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ’ εἶχε φύγει ἐκεῖνος στὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ’ ἄλλους καιρούς οἱ νέοι τὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια. Τώρα, π’ ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένο στὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε, ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθε τὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα.
Οδύσσεια · Όμηρος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed