Διονυσίου Σολωμού
Διονύσιος Σολωμός, 1859
The good poet of modern Greece whose greatest works survive as fragments. Read what he finished, what he abandoned, and what his friends remembered.
Pages from Διονυσίου Σολωμού that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
Some first impressions stay untouched by time.
Η Ζάκυνθος. Ανάμεσα ’ς τα τόσα, ’ς τα γοργά και τα διαβατικά που μας εντυπώνονται, και που τα γράφ’ η μνήμη και τα ξεγράφει, κάποιες ενθύμησες από τα πρώτα χρόνια, κρατειούνται πλέον επίμονα, απείραχτες από τον καιρό. Μια τέτοια ενθύμηση μου απομένει του τόπου που γεννήθηκεν ο Σολωμός, όταν επρωτοπέρασ’ από κείθε, παιδί. Διάβα γληγωρότατο, μιας ώρας μόλις· και ζωηρότατη εντύπωση κόσμου αγνώριστου ως τότε, ονειρευτού. Του αέρα ήταν η αξεθύμαστη μοσκοβολιά· άρχιζε ’ς του νησιού το σίμωμα μέσ’ από το καράβι ακόμα, σα να μη χύνονταν η ευωδιά μονάχ’ από τα περιβόλια, σα να ήταν εκείνη το μοναδικό και το μυστικό χάρισμα γης και αέρα και ουρανού εκεί. The ambition to build a new art from an old idea of Greece.
Τα οχτώ και είκοσι γρόνια, που έζησε ’ς την Κέρκυρα, φαίνεται πως τα γιομίζει ένας αγώνας για πλαστουργίαν έργου διαφορετικού κι από τον ειδυλλιακό και τον ελεγειακό τόνο των πρώτων τραγουδιών κι από τους πινδαρισμούς των Ύμνων, ακόμα κι’ από τη Βυρωνική μαζί και Δάντειαν ανατριχίλα του «Λάμπρου». Βάλθηκε σάρκα να δώση ’ς την ιδέα του: «Κλείσε μέσα ’ς την ψυχή σου την Ελλάδα, και θα αισθανθής να λαχταρίζη μέσα σου κάθε είδος μεγαλείου.» Το έργο του της εποχής της Κερκύρας αληθινά βλέπει προς κάθε είδος μεγαλείου· όργανο προς τούτο μεταχειρίζεται την ιδέα· και η ιδέα προβάλλει σχεδόν πάντα, είτε από την ιστορία, είτε από τη φύση την ελληνική· από τον «Κρητικό» και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ως τον «Πόρφυρα» και το Carmen Seculare. Κι ακόμ’ από τα ελληνικά την πρώτη ορμή λαχταρίζει να πάρη, για να ξανοίξη τα καθολικά και να υψωθή ως εκείνα. Whether a story missing its end can still be complete.
Κρίμα πως δεν έχομε παρά προπλάσματα και σημειώματα, κομμάτια και συντρίμματα, για να λάβουμε καθαρήν ιδέα πού τραβούσε και πού έφτασε μια τέτοια εργασία. Πιο πολύ αόριστα ψυχολογικά παρά φιλολογικά χειροπιαστά μαρτύρια μιας πνευματικής φυσιογνωμίας. Και θα μπορούσε κανείς να παρατηρήση: — Αυτά που έγραψε και δεν έφτασαν ως εμάς, ή, αυτά που δεν πρόφτασε μήτε να γράψη, μπορεί να ήταν αριστουργήματα. Όμως εμείς δεν τα ξέρομε. Από το όλον έργο τι βγαίνει τάχα; σχεδόν τίποτε. — Βγαίνει μια ξεχωριστή και μια μοναδική εικόνα. Αδιάφορο αν δεν είν’ εκείνη που θα ήταν αν το είχαμεν ακέριο το έργο του. Το έργο του άγγλου ποιητή Κόλεριτς παρωμοιάστηκε με παλάτι που δεν τελείωσε. Του Σολωμού δεν είναι τάχα σαν παραιτημένα θέμελα παλατιού που δε χτίστηκε; αλλ’ από τον τρόπο που είναι χτισμένα τα θεμέλια κρίνομε για το παλάτι. Πάει χαμένο το μέγα σύνολο το οικοδομικό και η αρχιτεχτονική απ’ άκρη ’ς άκρη εντέλεια. How the sea looks to a man who has nothing left to lose.
Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη; » Πολύς καιρός επέρασε, και δεν την είδα ακόμη. » Πόσαις φοραίς κυττάζοντας από το βράχο γέρνω, » Και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω! » Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε». Αυτά ο Θύρσης λέει, Και παίρνει από τη θάλασσα, και τη φιλεί, και κλαίει. Και δεν ηξέρει ο δύστυχος όπου φιλεί το κύμα Εκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα. The great poet everyone feared, and the children he fed cakes to.
Κόρη του άγγλου γραμματικού του λόρδου αρμοστή, ταίριαζε το βεργόλιγνο κορμί προς μίαν άκρα φροντίδα καλλιτεχνικής παρουσίας και ξεχωριστής ανάμεσα ’ς τον κόσμο· συνήθιζε να φαίνεται ’ς τανοιχτό αμαξάκι της ωραία στολισμένη· πάντα ασπροφορούσε κι όλο λουλούδια κρατούσε γοργοπερνώντας. Όσο για τον ποιητή, τονε θυμούνται ακόμα ’ς την Κέρκυρα κατά τα χρόνια εκείνα, ντυμένον όμοια καλοκαίρι χειμώνα· ψηλό καπέλλο, σακκάκι, πανταλόνι φανελλένιο· περπατούσε τακτικά ’ς τη σπιανάδα· προς το μεσημέρι συχνοφαίνονταν έξω· αψηφούσε το λιοπύρι· ευερέθιστος, όχι και πολύ γλυκομίλητος προς τους μεγάλους, όλη των τρόπων του την καλωσύνη την εξώδευε με τα παιδάκια· να παίζη μαζί τους αγαπούσε και να τους παίρνη γλυκίσματα. A song pitched to a girl behind monastery bars.
Μοναστηρήσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κυττάω.Πρόβαλε κει ’ς τα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω.Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ’ την καρδιά μου ο στίχοςΑς τον αφίνη να περνά, και ας μην ζηλεύη, ο τοίχος.Κάμε να φύγης, αν μπορής· έλα να σε φιλήσω.Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου θα σβύσω.Μοναστηρήσια μου ώμορφη, εδώ έλα και στοχάσουΠως δε θα κάμω να χαθή, αθώα μου, η παρθενιά σου. Sympathy dressed up as counsel.
Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκειά χρυσή μου ελπίδαΚαθώς κ’ εγώ σ’ αγάπησα την ώρα που σε είδα.Είχες τα μάτια σου γυρτά ’ς τα πράσινα χορτάρια,Κ’ η λύπη σου τα στόλιζε με δυο μαργαριτάρια.Τη μάνα σου θυμούμενη εδάκρυζες, Ανθούλα,Γιατί ’ς τον κόσμο σ’ άφησε μονάχη κι’ ορφανούλα.Α, ναι, φυλάξου, αγάπη μου, του κόσμου από την πλάνη,Οπού με λόγια δολερά τόσα κοράσια χάνει.Πού πας μονάχη κ’ έρημη, αθώα περιστερούλα;Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· έλα μαζί μου, Ανθούλα. Διονύσιος Σολωμός, 1859
The good poet of modern Greece whose greatest works survive as fragments. Read what he finished, what he abandoned, and what his friends remembered.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.