Μικρά έργα
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Τραγούδια, αποσπάσματα και ανολοκλήρωτα ποιήματα όπου η προσωπική απώλεια, η ομορφιά της φύσης και ο αγώνας για ελευθερία συναντιούνται σε δυνατές εικόνες.
Από τον ανθισμένο κάμπο του «Θέρος-Έρος» ως την άνοιξη που αντιστέκεται στην πολιορκία στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», η φύση εδώ είναι ομορφιά, πείνα και ελευθερία μαζί. Αν θέλεις να δεις πώς το τοπίο αλλάζει όσα νιώθουν και σκέφτονται οι άνθρωποι, θα βρεις ποιήματα και αφηγήσεις με εικόνες που μένουν.
Μια σελίδα που το δείχνει
Η σκιά μιας πεταλούδας αρκεί για να ταράξει τη γαλήνη.
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςΑνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,Κι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,Ακίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. Διονύσιος Σολωμός, 1859
Τραγούδια, αποσπάσματα και ανολοκλήρωτα ποιήματα όπου η προσωπική απώλεια, η ομορφιά της φύσης και ο αγώνας για ελευθερία συναντιούνται σε δυνατές εικόνες.
Ernest Hemingway, 1952
Γιώργος Κόκκινος, 2025
Ένας ιστορικός των ιδεών αναρωτιέται πώς η κλιματική κρίση άλλαξε την αντίληψή μας για τον χρόνο, τον τόπο και την ευθύνη — και γιατί οι προειδοποιήσεις δεν μας κινητοποιούν.
Διονύσιος Σολωμός, 1859
Στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, η ομορφιά της άνοιξης συναντά την πείνα, τον έρωτα και την απόφαση να μείνουν ελεύθεροι.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Άνοιξη και πείνα, κοπέλες και λύκοι σ’ ένα νησί όπου οι αγροί κοκκινίζουν από παπαρούνες κι ένα κορίτσι διαβάζει τρεις φορές ένα γράμμα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1908
Ένας αφηγητής κοιτάζει το περιβολάκι και τη σαραβαλιασμένη βάρκα του φτωχού ξαδέλφου του και βρίσκει εκεί ολόκληρο πέλαγος, έναν μύθο κι έναν πνιγμό.
Delia Owens, 2018
Andy Weir, 2011
Ένας αστροναύτης παγιδευμένος στον Άρη πρέπει να χρησιμοποιήσει την επιστήμη για να σωθεί, με κάθε καταχώριση στο ημερολόγιό του και κάθε αυτοσχέδια λύση. Ένα θρίλερ επιβίωσης με μαύρο χιούμορ.
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Αρχαία τελετουργικά, λιοπύρι και μια Ελλάδα που μοιάζει πιο παλιά κι από τον μύθο — ποίηση που κάνει το τοπίο κατάσταση της ψυχής.
Frances Hodgson Burnett, 1911
Jack London, 1903
Rudyard Kipling, 1894
Ένα αγόρι μεγαλώνει με λύκους, μια μαγκούστα πολεμά κόμπρες κι ένας φώκια ψάχνει μια παραλία χωρίς ανθρώπους. Τα ζώα της Ινδίας και οι νόμοι που τηρούν.
Richard Powers, 2025
Ένα ποτάμι, μια μικρή πόλη που πνίγηκε, ένας αδελφός που δεν μίλησε ποτέ. Ο Πάουερς γράφει όλο το ανακάτεμα της ζωής — νερό, ενοχή, φωτιά — σ’ έναν μακρύ ύμνο.
Henry David Thoreau, 1854
Ένα πείραμα δύο χρόνων: να ζήσεις φτηνά δίπλα σε μια λίμνη, σε μια διαρκή συζήτηση με τη βιασύνη σου, τα πράγματά σου και τη ζωή που νόμιζες πως έπρεπε να ζήσεις.
Oscar Wilde, 1895
Όμηρος, -750
Πόλεμος δέκα χρόνια, κι η νίκη δεν έρχεται. Ο καβγάς, οι απώλειες και δύο αδύνατες επιλογές κρατούν τους ανθρώπους στη μάχη.
Thomas Hardy, 1874
Κωστής Παλαμάς, 1886
Ο μεγάλος λαϊκός ποιητής της νεότερης Ελλάδας: μπαλάντες, θρύλοι νησιών και μικρά μοιρολόγια, στη γλώσσα που μιλούσε ο κόσμος. Ένα φθινόπωρο, ένας καθρέφτης, μια γιαγιά που κρατά τα ρούχα του γάμου της.
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα.
Άγγελος Σικελιανός, 1907
Ένας νέος ποιητής ακούει στη Λευκάδα μια φωνή να τον καλεί να μετατρέψει το τάμα σε λόγο και πράξη. Λυρισμός με γεμάτα πνευμόνια.
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ένα παραμύθι για δυο αδερφές, μια μάγισσα κι ένα ξόρκι, όπου η ζήλια γίνεται κάτι που μπορείς να κρατήσεις στο χέρι και να χρησιμοποιήσεις.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Δύο κατσίκες παγιδευμένες σ’ έναν κρημνό, ένα ξωκκλήσι γεμάτο αφιερώματα από μανάδες κι ένας παλιός λόγος που μπορεί και να βγήκε αληθινός.
Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, 1980
Ύστερα κείμενα του Τόλκιν εξερευνούν τους τόπους, τους κατοίκους και τη μεταφυσική του κόσμου της Μέσης-γης.
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896
Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.
Η άνοιξη γίνεται πιο όμορφη και πιο επικίνδυνη μαζί.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι · Διονύσιος Σολωμός
Τα παιδιά στεφανώνουν τη γριά υπηρέτρια με ρόδα, κι εκείνη κρατά το στεφάνι και στον γυρισμό.
Ὅλοι ἐγέλασαν, καὶ ἡ γερόντισσα τοὺς ἐμιμήθη. Ἠγέρθη φοροῦσα τὸν στέφανον, ὅστις ἐταίριαζεν ὡς ὀξύμωρον σχῆμα ἐπὶ τῆς μαύρης μανδήλας της, καὶ ἐκόσμει τὰ ἄσπρα τσουλούφια της, τοὺς μακροὺς θυσάνους τῶν τριχῶν, τοὺς κρεμαμένους ἀπὸ τῶν μηνίγγων ἔμπροσθεν τῶν ὤτων, καὶ ἤρχισε νὰ καμαρώνῃ τάχα ὡσὰν νύφη.Θέρος-Έρος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ένας βράχος στο πέλαγος, που λένε πως είναι μάνα που έχασε εφτά γιους.
Λέγεται, ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει; ―καὶ ὅμως ἂν ἦτον ἀληθές!― ὅτι ἡ Μαυρομαντ᾽λοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ, μήτηρ ἑπτὰ υἱῶν· ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοί της, ἔμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος· ὅτι ἵλεως μοῖρα, σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός, τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον, καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ, οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοῦ, μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της, τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον, χαιρεκακοῦσαν μακρόθεν ὅταν βλέπῃ συμφορὰς καὶ πνιγμοὺς ἀνθρώπων εἰς τὸ πέλαγος, προσδεχομένην ὡς ἱλαστήριον θυσίαν τὰ ἐκβραζόμενα ὑπὸ τῶν κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τὸν πόνον της ἐκεῖ εἰς τὸν πόντον. Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού.Η Μαυρομαντηλού · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροήΔιάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.