Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1866–1922), 1899
★ 3,71 από 849 βαθμολογίες στο Goodreads
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα. Οι αφηγήσεις έχουν λυρική, θαλασσινή φωνή και περνούν από το δέος στον φόβο, με εικόνες που μένουν στον νου.
Ατμόσφαιρα: δέος, φόβος και νοσταλγία. Μιλά για τη φύση, τον θάνατο και την πίστη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι λαϊκές δοξασίες, οι ναυτικές ιστορίες και η φύση που μοιάζει πανίσχυρη. Κάποιο ναυτικό λεξιλόγιο και οι άνισες, ενίοτε επαναλαμβανόμενες ιστορίες μπορεί να σε δυσκολέψουν.
Γιατί να το διαβάσεις
Ο Καρκαβίτσας μεταπλάθει σε λογοτεχνία ιστορίες ναυτικών που γνώρισε ταξιδεύοντας ως γιατρός πλοίου. Θα βρεις εδώ έναν ζωντανό κόσμο της θάλασσας, με τη δική του δικαιοσύνη και τα δικά του στοιχειά.
Σελίδες από το βιβλίο
Ένας ολόκληρος κόσμος σχηματίζεται στα σύννεφα, με γλέντια και κηδείες.
Σύγνεφα μεγάλα, σταχτιά σαν βουνά αθάλης με χοντρά ισκιόφωτα, με λαγκαδιές πυκνοντυμένες, μ’ εξογκώματα εδώ που άστραφτε το αφράτο μάρμαρο, με κορυφές εκεί ψιλοπελεκημένες που έλαμπε το χρυσοβαμμένο κρύσταλλο, εδώ με ποτάμια πλατιά και κόκκινα, εκεί με καταρράχτες ψηλούς, ασημόχυτους, έφραζαν από άκρη σε άκρη της δύσις τα ουρανοθέμελα. Και απάνω στις ομάλιες είτε στις πλαγιές, χωριά έβλεπες με τ’ άσπρα τους σπιτάκια να κρέμωνται στην άβυσσο και παληκάρια με βιολιά και λαβούτα να μεθοκοπούν στους δρόμους και παρθένες βεργολυγερές να χορεύουν στις αυλές ανεμοπόδαρες. Μέσα στα ποτάμια έβλεπες καράβια ν’ αρμενίζουν με άξιους κ’ ευτυχισμένους ναύτες και στις λαγκαδιές βαθειά, ασπρόμαλλα κοπάδια να δροσολογιώνται τόσο, που επρόσμενες ώρα την ώρα ν’ ακούσης τα κυπριά να κουδουνίσουν και τη φλογέρα του βοσκού τους να γλυκολαλή. Πέρασε τη ζωή του κυνηγώντας κάτι που μπορεί και να μην υπάρχει. Άξιζε;
Επήγαμε τέλος. Κυτάζω με το γυαλί στον βυθό· πουθενά το γιούσουρι! Φέρνω μια βόλτα, δυο, τρεις· τίποτα! Άρχισε να με πιάνη απελπισία. Μιαν απελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια το ανάστενα στη φαντασία μου, το έβλεπα γιγαντωμένο εμπρός μου, επάλαιβα μαζί του, εθριάμβευα και τόρα να βγαίνουν όλα ψέματα! Δεν ημπορούσα να το υποφέρω. Κάπου έπρεπε να υπάρχη, κάπου να το συναντήσω, θέλεις κάτω στους βυθούς, θέλεις πέρα στο ακρογιάλι, θέλεις απάνω στα σύγνεφα· έστω! Να το συναντήσω, να μετρηθώ μαζί του και ας με καταλύση. Ας κρεμασθούν και τα δικά μου κόκκαλα, τρόπαιο θλιβερό απάνω του, όπως και των άλλων παλαβών. Όχι όμως να μην το γνωρίσω ποτέ στη ζωή μου. Τότε γιατί έζησα τόσον καιρό, γιατί έγινα εικοσάχρονος, γιατί έμαθα τη θάλασσα, γιατί ανασκάλισα τους βυθούς; Μόνον για το καρβέλι! Σώζεις ένα παιδί που πνίγεται, κι ύστερα σε κρατά η θάλασσα.
Μα εκείνη την ώρα ένα παιδί στο τρέξιμό του εχτύπησε κάπου κ’ επλατάγισε λειπόθυμο στα νερό. Δεν χάνω καιρό, πηδώ μέσα με τα ρούχα μου. Δυο βουτιές κ’ έσυρα το παιδί από τη θάλασσα. Έσυρα εκείνο μα εμπλέχθηκα εγώ αλύτρωτος στα δίχτυά της. Από τότε έφυγεν ο ύπνος, η ησυχία, η χαρά από κοντά μου. Εκείνο το θαλασσοβούτημα, το χλιαρό νερό που αγκάλιασε το κορμί μου έσυρε την ψυχή σκλάβα κατόπιν του. Το εθυμόμουν κ’ ενόμιζα ρεύμα ηλεκτρικό πως έσερνε στη ραχοκοκκαλιά μου ζεστά φιλήματα. Ανοιχτά τα μάτια κ’ έβλεπα εμπρός μου παρθένα γαλαζοντυμένη, ολογέλαστη, δροσάτη να μου γνέφη από μακριά και να μου λέγει. — Έλα! Τι λένε οι αναγνώστες
Οι αναγνώστες επαινούν συχνά τη ζωντανή, λυρική γλώσσα και την καθηλωτική θαλασσινή ατμόσφαιρα, που τους μεταφέρει σε έναν σκληρό ναυτικό κόσμο. Κάποιοι βρίσκουν τους ναυτικούς όρους και το γλωσσάρι αποσπαστικά, ενώ αρκετοί επισημαίνουν ανισομέρεια στις ιστορίες ή επαναλήψεις· πολλοί, ωστόσο, εξακολουθούν να το θεωρούν κλασικό έργο.
Ανδρέας Καρκαβίτσας.Ο Καρκαβίτσας σπούδασε ιατρική και υπηρέτησε ως γιατρός σε πλοίο, ταξιδεύοντας στη Μεσόγειο με μεταγωγικό πλοίο. Στα Λόγια της Πλώρης συγκέντρωσε και ξαναδούλεψε τις ιστορίες των ναυτικών που άκουσε.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911
Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.
Εὐέλπιδες
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Δώδεκα ιστορίες νέων ανθρώπων στο χείλος των πάντων — πόλεμος, θάλασσα, πρώτος έρωτας — από έναν γιατρό που έζησε τον πόλεμο από κοντά και τον μετέτρεψε σε σφιχτή, λυρική πεζογραφία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Λόγια της Πλώρης»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι λαϊκές δοξασίες, οι ναυτικές ιστορίες και η φύση που μοιάζει πανίσχυρη. Κάποιο ναυτικό λεξιλόγιο και οι άνισες, ενίοτε επαναλαμβανόμενες ιστορίες μπορεί να σε δυσκολέψουν.
- Πώς είναι το «Λόγια της Πλώρης»;
- Οι αφηγήσεις έχουν λυρική, θαλασσινή φωνή και περνούν από το δέος στον φόβο, με εικόνες που μένουν στον νου. Ατμόσφαιρα: δέος, φόβος και νοσταλγία. Μιλά για τη φύση, τον θάνατο και την πίστη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Λόγια της Πλώρης»;
- Αν σου άρεσε το «Λόγια της Πλώρης», δοκίμασε «Ναυαγίων ναυάγια» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Ποίηση» (Άγγελος Σικελιανός) και «Μικρά έργα» (Διονύσιος Σολωμός).
Μια γεύση από τη ροή
Μια ολόκληρη χώρα σκύβει πάνω από ένα φέρετρο.
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει... κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός, κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. πρώτη φορά. Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα, που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη, τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ποίηση · Άγγελος Σικελιανός
Ντύνεται και πίνει σαν να πηγαίνει σε γάμο. Ύστερα το φεγγάρι φτάνει στα χείλη της.
Σὰ νύφη στολισμένη ἔπειτα πάει καὶ ρίχνεται στὸ στρῶμα, ὅπου δειλιάζει· ἀλλὰ ξάφνου σὲ λίγο ἀνασκιρτάει καί, δίχως φρίκη, ἕνα ποτῆρι ἀδράζει. Σὰν κἄτι ἀκούει· προσέχει, καὶ γελάει: Μὲ κράζει! - μουρμουρίζοντας – μὲ κράζει! Γλήγορα! ἂν τρέξω εἰς τὸ πλευρό του· ἂς κάμω πικρότατη σπονδὴ γιὰ οὐράνιο γάμο! Τ’ ἄδειο ποτῆρι καταγῆς, τὸ σῶμα πέφτει βάρος ἀναίσθητο στὴν κλίνη· ἀλλ’, ὡς γελοῦν τὰ ὡραῖα της χείλη ἀκόμα, φαντάζεσαι πῶς κἄτι ἔχει νὰ κρίνῃ.
Ο Αρίονας · Γεράσιμος Μαρκοράς
Η πόλη σωπαίνει κι ο Αλή Πασάς μένει ξάγρυπνος.
Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε, ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια. Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της, γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει. Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει. Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτι κι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι. Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει, κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος. Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο καὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει. Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια, ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
Τετράδιον Ε' · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή