BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Αλαφροΐσκιωτος»

Σελίδες από το «Αλαφροΐσκιωτος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Μόλις σβήνουν τα πάντα γύρω του, μια φωνή ανεβαίνει μέσα του.

Και νά, σκοτάδι μοκλεισε τα βλέφαραπυκνό, βαθύ. Σαν ο ήλιος να ’σβησεν,ο κάμπος, το βουνό, το ακροθαλάσσισαν ίσκιος στην ψυχή μου υψώθηκαν,σαν κυπαρίσσι λύγισεκαι βούιξεν όλ΄ η πλάση.Στερνά σημάδια, χάθηκαν στα μάτια μουοι πέντε αϊτοί στα αιθέρια,στερνά σημάδια μέσα μου, που αστράψανεμαζίκαι σβήσανε όλα σαν αστέρια.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Τι σημαίνει να σε υποδέχεται ένα ολόκληρο χωριό σαν να γύρισες από τους νεκρούς;

Και στο λαό εκατέβηκα·και των σπιτιών οι θύρεςάνοιξαν τόσο αγαλινά,σα να ήταν τάφου θύρες.Κ’ ήταν σα να μ’ αγκάλιαζανγυρίζοντας από τον τάφο- οι μοίρεςέτσι το γνέμα εκλώσανε -ή σα να ζωντανέψανεγια μένα οι πεθαμένοι·τόσο βαθιά στο χώμα οι ρίζες σμίγανε,τόσο η κορφή μας ήτανε στον ουρανόυψωμένη.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, όλα μοιάζουν πιο ζωντανά.

Την αστραψιάν αντάμωσαπριν βγει απ’ το σύγνεφο. Στον κρότοτου κεραυνού αντιχτύπησετο χτυποκάρδι της καρδιάς μου πρώτο·στ’ ανάλαφρα ξυπνήματα,σε ξαφνικό ένα θρο των φύλλων,στο ξέχειλο κουδούνισμα,στην απονύχτερη ησυχία των γρύλων,στις πρώτες τις μιλιές το θαμποχάραμαστο δρόμο, και στα πρώτα παραθύριαπου ανοίγουν του ψαρά, και στ’ αναβρύσματα,βαθιά στα δέντρα, των πουλιών τα μύρια·στης χαραυγής την ευωδιάκαι στο άξαφνοτης αύρας όπου χτύπαε σημαντήριστο Απέραντο, στ’ ανάβρυσμαγεμίζονταςτ’ ολόχρυσο του πόθου μου κροντήρι!
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Αρκεί να σταθείς και να ακούσεις για να νιώσεις το χώμα να πάλλεται.

Παντού ο λαός· και λάτρεψα,και στη λαχτάρα μου είπα:«Βάλε το αυτί στα χώματα».Και φάνη μου πως η καρδιάτης γης βαριά αντιχτύπα.Κ’ έβλεπα απάνω απ’ την κορφή,βαθιά, την πλάση πάσα,τον ουρανόν ανάσαινακαι δεν μου ακούγονταν η ανάσα.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Τι θα έλεγες αν κάτι μέσα σου σε καλούσε να ξεπεράσεις τα όριά σου;

Kαι ξύπνησα. Mου φάνηκενόλος σαν πνέμα ο ουρανός,κι απάντησα : "Tη γέννα μου,στα κρύα βουνά την κήρυξεςκαι στη μεγάλη πλάση.Aν είμ’ ο αλαφροΐσκιωτος,και μέσα μου η αστροφεγγιάτης γης έχει γελάσει,κράξε· αλαφριά, ω πανάρχαιοναιώνιον πνέμα, μέσα μουακόμα είν’ η ορμή μου·με τη ζωή αν με μάγεψεςκαι με καλείς ψηλότερα,εδώ είναι το κορμί μου !
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Πώς θα ονόμαζες κάτι μικρό που βρήκες κάποτε και δεν ξέχασες;

Ω δειλινό στα δειλινά μου αξέχαστο,βαθύτερο κι απ’ του πελάου τον ύπνο,κι απ’ την ακράτητη χαράσα μου άφηνανθαλασσοπούλια το αλαφρό μου δείπνο·που αγνάντεψα, ως εβάδιζασκυφτός σε ώρα βαρύτατηπου το κορμί μου εδίψα,δίπλα στο κύματο χαλίκι που άστραφτεκαι πήρε τ’ όνομα απ’ τη δίψα!
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Ένα ολόκληρο τοπίο αντηχεί την ίδια ήσυχη πίστη.

Κι ολούθε, ως ο τρικυμιστόςκαπνός, που κρουσταλλένιος ανεβαίνειτα μεσημέρια απ’ την κορφή των δέντρωνπου ’ναι η πιο χλωρήκαι η πιο αναμμένη,από τα γαλανά βουνά τα ολόγυμνα,κ’ εκείνα που εφουντώνανε από σκλήθρες,και κάτουθε, από τ’ άσωτατα στάχυα που ελουζόντανε οι σταρήθρες,σε κάθε διάβα σύγνεφουπου χύνεται ίσκιος διάφανοςστα χώματα γοργός, απ’ όπου οι θρόοισαν αυλακώνει σερπετόλυγίζοντας τη χλόη,σε πάσαν αύρας αστραψιάοπού τα μάτια τρίσβαθαδροσίζει άθελο κλάμα,σε κάθε λόγο, κάθε αχό,παντού ο λαός, όπου ύψωνενανέγνωρά του μιαν ευκήκ’ ένα της πλάσης τάμα.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Τι θα ήθελες να μάθεις από κάτι που σε βοηθά να ανέβεις ψηλότερα;

Για ν’ ανεβώ την κρύα κορφή- ω κρύα του πόθου ρείθρα ! -για σένανε, ω αμαύλιστητου βράχου κρύα κερήθρα,που σπας τα δόντια σα γυαλίαπ’ την πολλή την κρυάδα- μα τα δικά μου αστράψανεσε υπέρλευκο χαμόγελο,κ’ έλαμψεν, ως σε γεύτηκε,διπλά η λευκή λαμπράδα.Σαν το χαλίκι οπού μακριάαπό το πέλαο σβήνει,μα, μέσα, λάμπει, δείχνεται,την αστραψιά του χύνει...
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Ίσως μόνο η θάλασσα είναι αρκετά πλατιά για ν’ αφήσεις πίσω σου μια ολόκληρη ζωή.

Σα να πέρασατο στερνό του Οδυσσέα ταξίδι,όλα τ’ αφήκα πίσω μουπώς αφήνει ένα ντύμα το φίδι.Κι ως ο θάνατος όξω απ’ τα πέλαγααλαφρός που του ετάχτηκε,κλήρα- ένα αργό ηλιοβασίλεμα -θα έχει μείνει σ’ εμέ,που τον τρίσβαθονοπού ανάσανε αγέρα έχω γύρα.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Τι απομένει από το σώμα σου όταν κυριαρχεί η επιθυμία;

Δίπλα στους άμμους,που αχούσε το κύμα,μια δίψα εμαχόμουν να σβήσω.Με ασβόλωνε οργή, με τρικύμιζε·στις χώρες δε γύριζα πίσω.Μακριά στα κύματαελουζόμουνα έρημος,σαν του πελάου θεότη.Το λόγο, το κορμί μου εχάλκεψακαι τη βαρύγνωμη μου νιότη.
— Αλαφροΐσκιωτος, Άγγελος Σικελιανός (1907)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.