Ναυαγίων ναυάγια
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1912
Τρεις άντρες βγαίνουν κολυμπώντας από ένα ναυάγιο σε μια σκοτεινή ακτή και βαδίζουν μέσα στη νύχτα προς ένα φως — και μια λίμνη που καταπίνει ό,τι πέσει μέσα της. Η νύχτα, η μαύρη ακτή και η απειλητική λίμνη δίνουν στην αφήγηση αργό, λυρικό ρυθμό, με δέος και μελαγχολία.
Ατμόσφαιρα: φόβος, θαυμασμός και μελαγχολία. Μιλά για τη φύση, τον θάνατο και την πίστη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι σκοτεινές ιστορίες της φύσης και η προφορική αφήγηση του Παπαδιαμάντη. Το κείμενο είναι γραμμένο σε παλαιότερη ελληνική γλώσσα, με τύπους και λέξεις που μπορεί να θέλουν λίγη εξοικείωση.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για την ένταση μιας πορείας μέσα στο σκοτάδι και για τον τρόπο που ο Παπαδιαμάντης πλέκει λαϊκές δοξασίες με τον τόπο.
Σελίδες από το βιβλίο
Η λίμνη καταπίνει πράγματα και τα ξερνά τρία μίλια ανοιχτά.
—Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης’ ειναι μες στη λίμνη βαθιά!... κι άμα πέση κανείς μέσα, ή άνθρωπος είναι ή πράμα, δεν έχει να γλυτώση... Το μάτι της λίμνης τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα-ίσα στον αφαλό της θάλασσας. Πολλές φορές οι παλαιοί, οι παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμα, που το ερούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα, μέσα βαθιά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά που είναι εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο;... Εκεί ανάμεσα είναι ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα, του παραπαππού μου του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα κατσίκι, εκεί που πήγε ν’ αρμυρήση, κι επνίγηκε μες στη λίμνη... Εζήτησε να βρη το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό, ούτε στον πάτο. Η θάλασσα δεν τσακίζει καράβια στην τύχη· διαλέγει τον βράχο της.
Δεν ήτον όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία, τοιαύτη οίαν ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον εκείνην νύκτα να την διακρίνη, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής υπό τας ακτίνας του φθινοπωρινού ηλίου, πριν πνεύση ο Εύρος, ο εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα. Εις μόνος υψηλός βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και δια τούτο εφάνη, ότι το κύμα, ή ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον εκείνον, μομονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες, δια να συντρίψη κατά των νώτων αυτού το ελαφρόν σκάφος. Όταν το πονηρόν πνεύμα μαστίζη, κατά θείαν παραχώρησιν, τους εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσών, μετά φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Ένας κάμπος τόσο μαύρος τη νύχτα, που μοιάζει με καμένο χωράφι.
Το φως, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο όχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν, όπως φθάσωσι οι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος εις το σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ως αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν της άμμου εκείνης, ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά τον αιγιαλόν, αν δεν ήτον αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος. Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς, πεδιάς αμμώδης, όπου εκάησαν τα χόρτα κι εμαύρισεν η κόνις, χωρίς να μείνη στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα με τα ίχνη του εμπρησμού. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Ο Παπαδιαμάντης έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως φτωχός υπάλληλος και δημοσιογράφος στην Αθήνα. Έγραψε εκατοντάδες διηγήματα για τη Σκιάθο του και αποκαλούσε τον εαυτό του «κοσμοκαλόγερο».
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Ένας ιερέας περιμένει ψάλτη τη νύχτα της Λαμπρής σ’ ένα ξωκλήσι πάνω από τη θάλασσα, ενώ ένας γέροντας που έχει χάσει τον δρόμο του παίρνει λάθος κατεύθυνση στο φως του φεγγαριού.
Θέρος-Έρος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Άνοιξη και πείνα, κοπέλες και λύκοι σ’ ένα νησί όπου οι αγροί κοκκινίζουν από παπαρούνες κι ένα κορίτσι διαβάζει τρεις φορές ένα γράμμα.
Στο Χριστό στο Κάστρο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Ένας παπάς τάζει να λειτουργήσει τα Χριστούγεννα σ’ έναν έρημο ναό πάνω σ’ έναν βράχο. Για να κρατήσει το τάμα του, πρέπει να διασχίσει με το καΐκι του το πέλαγος μέσα στον βαρύ χειμώνα.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Ναυαγίων ναυάγια»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι σκοτεινές ιστορίες της φύσης και η προφορική αφήγηση του Παπαδιαμάντη. Το κείμενο είναι γραμμένο σε παλαιότερη ελληνική γλώσσα, με τύπους και λέξεις που μπορεί να θέλουν λίγη εξοικείωση.
- Πώς είναι το «Ναυαγίων ναυάγια»;
- Η νύχτα, η μαύρη ακτή και η απειλητική λίμνη δίνουν στην αφήγηση αργό, λυρικό ρυθμό, με δέος και μελαγχολία. Ατμόσφαιρα: φόβος, θαυμασμός και μελαγχολία. Μιλά για τη φύση, τον θάνατο και την πίστη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Ναυαγίων ναυάγια»;
- Αν σου άρεσε το «Ναυαγίων ναυάγια», δοκίμασε «Λόγια της Πλώρης» (Ανδρέας Καρκαβίτσας), «Η κερένια κούκλα» (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος) και «Έργα» (Κώστας Κρυστάλλης).
Μια γεύση από τη ροή
Η ομορφιά έρχεται μαζί με μια προειδοποίηση.
Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . .
Η κερένια κούκλα · Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
Τα βουνά ξαναπρασινίζουν κάθε άνοιξη· γιατί όχι κι εκείνος;
Γεράματα δὲν ἔχετε καὶ χάρο δὲ φοβᾶστε· τὰ μεσημέρια ἁπλώνετε τὸν ἴσκιο στὸ διαβάτη, στὸ ζευγολάτη, στὸ βοσκό, στοῦ κοπαδιοῦ τὸν πλῆθο Τὴν νύχτα ὁλόρθα κι ἄγρυπνα πίνετε καὶ ροφᾶτε δροσιὰ βουνίσια ἀχόρταγα καὶ τὸ ταχύ, ὅταν φέγγη, ἐσεῖς παλάτια γίνεστε στὸν κότσυφα, στ’ ἀηδόνι. Ἐσᾶς σᾶς τρέφουν κρύα νερά, τὰ χιόνια σᾶς πλαταίνουν μωρὲ βουνά, ψηλὰ βουνά, ψηλὰ καὶ δασωμένα, τώρα ποὺ ὁ Μάης σᾶς γιόμωσε μ’ ἀνθούς, μὲ χλόη, μὲ νιάτα, γιατί δὲν ξανανιώνετε κι ἐσεῖς τὸ γέρο ἐμένα, σάμπως καινούργια γένονται καὶ σάμπως ξανανιώνουν τοῦτα τὰ χαμηλὰ κλαριὰ καὶ τὰ παλιὰ τὰ δέντρα, νὰ γίνω πάλι ὡς ἤμουν νιός, νὰ γίνω παλικάρι;
Έργα · Κώστας Κρυστάλλης
Οι νεκροί ξαναγεννιούνται, κι εσύ θέλεις να μάθεις πώς.
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν Καὶ οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε.
1940 · Γιώργος Σαραντάρης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
