Ναυαγίων ναυάγια
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Τρεις άντρες βγαίνουν κολυμπώντας από ένα ναυάγιο σε μια σκοτεινή ακτή και βαδίζουν μέσα στη νύχτα προς ένα φως — και μια λίμνη που καταπίνει ό,τι πέσει μέσα της.
Σελίδες από το «Ναυαγίων ναυάγια» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Η λίμνη καταπίνει πράγματα και τα ξερνά τρία μίλια ανοιχτά.
—Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης’ ειναι μες στη λίμνη βαθιά!... κι άμα πέση κανείς μέσα, ή άνθρωπος είναι ή πράμα, δεν έχει να γλυτώση... Το μάτι της λίμνης τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα-ίσα στον αφαλό της θάλασσας. Πολλές φορές οι παλαιοί, οι παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμα, που το ερούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα, μέσα βαθιά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά που είναι εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο;... Εκεί ανάμεσα είναι ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα, του παραπαππού μου του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα κατσίκι, εκεί που πήγε ν’ αρμυρήση, κι επνίγηκε μες στη λίμνη... Εζήτησε να βρη το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό, ούτε στον πάτο. Η θάλασσα δεν τσακίζει καράβια στην τύχη· διαλέγει τον βράχο της.
Δεν ήτον όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία, τοιαύτη οίαν ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον εκείνην νύκτα να την διακρίνη, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής υπό τας ακτίνας του φθινοπωρινού ηλίου, πριν πνεύση ο Εύρος, ο εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα. Εις μόνος υψηλός βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και δια τούτο εφάνη, ότι το κύμα, ή ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον εκείνον, μομονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες, δια να συντρίψη κατά των νώτων αυτού το ελαφρόν σκάφος. Όταν το πονηρόν πνεύμα μαστίζη, κατά θείαν παραχώρησιν, τους εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσών, μετά φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Ένας κάμπος τόσο μαύρος τη νύχτα, που μοιάζει με καμένο χωράφι.
Το φως, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο όχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν, όπως φθάσωσι οι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή φάρον. Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος εις το σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ως αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν της άμμου εκείνης, ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά τον αιγιαλόν, αν δεν ήτον αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος. Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς, πεδιάς αμμώδης, όπου εκάησαν τα χόρτα κι εμαύρισεν η κόνις, χωρίς να μείνη στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα με τα ίχνη του εμπρησμού. Ένα ραβδί που πέρασε κάτω από τη γη και γύρισε στον ιδιοκτήτη του.
—Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα να ήμουν εγώ... με το κολύμπι... θα γλύτωνα και το καΐκι... Ας είναι, τι σας έλεγα: Α! ναι, για τον παραπαππού μου, που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο χωριό να ψωνίση βλέπει ένα γέρο βαρκάρη κι εκρατούσε μια μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημαδεμένη και την εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε, ο βαρκάρης του αποκρίνεται, πως την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε, πως την είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει ο αφαλός της θάλασσας... Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γερο-Κωσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παλιό, μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με τες τρύπες των καρφιών γεμάτες σκουριά, που το είχε βγάλει η λίμνη στα ρηχά, βουλιαμένο όσο που το σκέπαζε το κύμα. Ύστερα από τη συντριβή, η θάλασσα ημερεύει — κι αυτό είναι το ανατριχιαστικό.
Εν τούτοις ο διάβολος δεν είχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, όπως βλάψη και εις τα σώματα τους ανθρώπους. Ο εις των τριών, άμα τη προσαράξει, είχε κτυπήσει τον αγκώνα και την πλευράν την δεξιάν εις τον βράχον, μεθ’ ο, αισθανθείς μέγαν πόνον, εβυθίσθη εις την θάλασσαν, αλλά συνελθών ταχέως ανέθορε κολυμβών εις το κύμα, όπερ εφαίνετο έκπληκτον εκ της καταστροφής την οποίαν επροξένησε, και καταπραϋνθέν, εφλοίσβιζεν ημερώτερον περί τα συντρίμματα, ως θηρίον λείχον τα αίματα του ιδίου σπαράγματός του. Οι δύο άλλοι, οίτινες δεν είχαν πνιγή, αλλ’ επέπλεον με μακρούς βραχίονας επί του κύματος, τον ήρπασαν και φέροντες τον απεβίβασαν επί της άμμου, ήτις ελεύκαζεν εις το σκότος, ου μακράν του απαισίου βράχου. Πώς παρηγοριούνται μεταξύ τους οι γυναίκες που μένουν στην ακτή, όταν η θάλασσα γαληνεύει.
Απ’ αυτής της θινός της θαλάσσης αρχόμενον, επί πλατείας λωρίδος γης, εξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, επιστέφον την αγκάλην εκείνην της ερήμου παραλίας. Ένθεν και ένθεν δύο μαύραι ακταί χθαμαλαί διεκρίνοντο, κολοβαί εις το σκότος της νυκτός, χάνουσαι και το μικρόν των ύψος. Κατέμπροσθεν ο μέγας πόντος ηπλούτο, όστις εφαίνετο δια μιας κατευνασθείς και επανερχόμενος μεθ’ υποκώφου βοής εις γαλήνην, κι ενέπνεε το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας, το οποίον κάμνει τα ανήσυχα γύναια των παραθαλασσίων κωμών, ενώ μίαν ώραν πριν έτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων, ζώνουσαι επτάκις τους ναΐσκους δια τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηρού, και σημαίνουσαι αυτοβούλως τους κώδωνας, δια να εξυπνήσωσι τον ενωρίς κατακλιθέντα εφημέριον, όπως ψάλη παράκλησιν, αναφωνούσαι άμα: Παναγιά μ’, στο πέλαγο! Παναγιά μ’, στο πέλαγο!, μίαν ώραν ύστερον, όταν πραϋνθή, λέγω, ο άνεμος και κοπάση η τρικυμία, τας κάμνει να υποψυθιρίζουσι παραμυθούμεναι αλλήλας ελληνοπλαστικώς και χριστιανοειδωλολατρικώς: ΄΄Όποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!". Δεκαοχτώ βυθισμένα δερματοτύρια και μια σειρά αντρών που ζητούν μερίδιο.
Αλλ’ όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγη, ήτο ήδη δειλινόν. Την πρωίαν, ο πρώτος πορθμεύς, προς τον οποίον είχεν αποταθή, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον πραγματευτήν, απεφάσισε ν’ ανασύρη τα δερματοτύρια δια λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν εις την Καναπίτσαν, και ψάχνων σιγά-σιγά, ανεύρε και ηλίευσεν εκ των δεκαοχτώ τα δεκατρία δερματοτύρια. Ο μπαρμπα-Γιάννης, ευχαριστημένος, ότι δεν έχασε την ημέραν του, ητοιμάζετο ν’ απομακρυνθή δι’ άλλης οδού, να μεταφέρη ασφαλώς οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν φθάνει με την βάρκαν του ο μπαρμπ’-Αποστόλης ο Κρισοχέρης και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπαρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να του δώση από τα δεκατρία δερματοτύρια τα τέσσερα. Γιατί μια φήμη για μια λίμνη χωρίς πάτο πείθει πιο εύκολα από ένα τιμολόγιο.
Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθή παρά πολλοίς η φήμη, την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης - ότι τα δεκαοχτώ δερματοτύρια τα είχε καταπίει ο αφαλός της θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης, και ότι οι εγχέλεις τα κατέφαγαν. Ένα φως τρεμοπαίζει στον λόφο, και οι τρεις άντρες ελπίζουν σε διαφορετικά πράγματα.
Αφού εβάδισαν επ’ ολίγα λεπτά, διασχίζοντες κατά πλάτος το σύδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν’ αραιώνονται. Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειοδυτικόν. Ο γέρων είπε: Δόξα σοι ο Θεός!, ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κι εστέναξε, και ο νέος εμάσα τας λέξεις του και κατέπινε τους γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλόκον, τον εκ καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Τρεις άντρες βγαίνουν κολυμπώντας από ένα ναυάγιο σε μια σκοτεινή ακτή και βαδίζουν μέσα στη νύχτα προς ένα φως — και μια λίμνη που καταπίνει ό,τι πέσει μέσα της.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.