Σελίδες από το «Μήτηρ Θεού» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Ένα πουλί γυρίζει σπίτι ύστερα από μακρύ ταξίδι και βρίσκει τη φωλιά του.
Μικρούλα πνοή, που τη δροσιά θεϊκά το θρέφει, κοίταπώς κυβερνάει δεξά ζερβά του τάφου του τη σαΐτα!Και νά· μια μέρα, στου σπιτιού το μεσιανό πατάρι,γοργόν, απ’ το πρωτόβραδο λιγνότερο φεγγάρι,αχαμνισμένο απ’ το μακρύ ταξίδι, καθώς σώνειτην όψη ο κρύφιος έρωτας, το πρώτο χελιδόνιδιανεύει ως ίσκιος άπιαστος στο δώμα απάνου κάτου,με συχνοφτερουγιάσματα τριγύρα απ’ τη φωλιά του …
— Μήτηρ Θεού, Άγγελος Σικελιανός (1916)
Όταν κλείνεις τα μάτια, ποιο πρόσωπο στέκει εκεί από καιρό;
Ζει ο σπόρος όλων των ανθών, και η μουσική τους μάναμιλιά δεν έχει μέσα μου, μα βόγκει ως η καμπάνα,ως η καμπάνα η βροντερή που, με τα μεσημέρια,στις στέγες κάνει να τρεμοπετάν τα περιστέρια …Κι αν κλείσω και τα βλέφαρα, Τη βλέπω· ω, πόσα, πόσα,τριγύρω απ’ το καντήλι Της, του σκοταδιού τα κρόσσα,και των ματιών Της η άβυσσο, κ’ η ασάλευτή Της όψη,σα σπάθα που μπορεί και την καρδιά στα δυο να κόψει!
— Μήτηρ Θεού, Άγγελος Σικελιανός (1916)
Οι μικρές μέλισσες φτιάχνουν το πιο γλυκό πράγμα μέσα στο σκοτάδι.
Μ’ από τις λιόχαρες πλαγιές το νιο μελίσσι αν έρτει,δουλεύει μες στα σκοτεινά το μέλι, στο κυβέρτι.Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!Στύλος εδώ γητεύεται, σε θείαν αταραξία,ωσά να λούζεται, άφωνος, βαθιά στο γαλαξία,εκεί π’ ανοίγετ’ άβυσσο, το μεσονύχτι, ο ζόφοςκαι μυρμηγκιάζει κι αναβρά καταμεσής στο αστρόφως!
— Μήτηρ Θεού, Άγγελος Σικελιανός (1916)
Υπάρχει ένας τόπος που τον ξέρεις χωρίς να μπορείς να τον ονομάσεις.
Καθώς θαμπό στο διάστημα το πρωτοβρόχι ως πέφτει,απλώνοντάς μας την ψυχήν αθόλωτο καθρέφτη,κι ως νέφη σ’ ανεκύμαντο πλατιού πελάου κρουστάλλι,λιτανευτά η μια θύμηση ακολουθάει την άλλη,με ζώνει τώρα ολούθενε, στην πλάση, παρουσία,κρυφή δροσιά, γλυκιά ευωδιά, βαθιά σιγή αμβροσία!Βουβή η ψυχή μου και σκορπά, σαν το χυμένο μύρο,στα σιωπηλά, στα μυστικά διαστήματα τριγύρω …Α! σε ποιο χώμα, γνώριμον από παιδί, γυρίζω,που δίχως χνάρι χαίρομαι, δίχως αφή γνωρίζω;
Ένας ποιητής περπατά ανάμεσα στους νεκρούς σαν να είναι συγγενείς του και βρίσκει για το πένθος μια γλώσσα πιο κοντά στο γλέντι παρά στο μοιρολόι. Ένας αδιάκοπος ύμνος, στους ρυθμούς του δημοτικού τραγουδιού, σε μια μάνα πιο πλατιά από κάθε εκκλησία.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.