Μήτηρ Θεού (1916-1917)
Άγγελος Σικελιανός (1884–1951), 1916
A poet walks among the dead as if among family, and finds a language for grief that is closer to feasting than to mourning. One unbroken hymn, in the rhythms of folk song, to a mother larger than any church. A slow, luminous hymn in folk-song cadence, carrying grief and faith together with a calm, ceremonial warmth.
Feels like awe and serenity. About faith, memory and love.
Who it’s for
You may like it if you are drawn to Greek folk rhythm and poetry that treats mourning as a kind of feast. The unbroken hymn form and early twentieth-century Greek ask for patience and some comfort with liturgical and dialectal language.
Why read it
Read it for a poet who makes myth and faith feel present, and for a grieving language that opens outward rather than closing in.
Pages from the book
A bird arrives home after a long journey and finds the nest still there.
Μικρούλα πνοή, που τη δροσιά θεϊκά το θρέφει, κοίταπώς κυβερνάει δεξά ζερβά του τάφου του τη σαΐτα!Και νά· μια μέρα, στου σπιτιού το μεσιανό πατάρι,γοργόν, απ’ το πρωτόβραδο λιγνότερο φεγγάρι,αχαμνισμένο απ’ το μακρύ ταξίδι, καθώς σώνειτην όψη ο κρύφιος έρωτας, το πρώτο χελιδόνιδιανεύει ως ίσκιος άπιαστος στο δώμα απάνου κάτου,με συχνοφτερουγιάσματα τριγύρα απ’ τη φωλιά του … When you close your eyes, what face has been waiting there all along?
Ζει ο σπόρος όλων των ανθών, και η μουσική τους μάναμιλιά δεν έχει μέσα μου, μα βόγκει ως η καμπάνα,ως η καμπάνα η βροντερή που, με τα μεσημέρια,στις στέγες κάνει να τρεμοπετάν τα περιστέρια …Κι αν κλείσω και τα βλέφαρα, Τη βλέπω· ω, πόσα, πόσα,τριγύρω απ’ το καντήλι Της, του σκοταδιού τα κρόσσα,και των ματιών Της η άβυσσο, κ’ η ασάλευτή Της όψη,σα σπάθα που μπορεί και την καρδιά στα δυο να κόψει! The smallest workers make the sweetest thing in the dark.
Μ’ από τις λιόχαρες πλαγιές το νιο μελίσσι αν έρτει,δουλεύει μες στα σκοτεινά το μέλι, στο κυβέρτι.Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!Στύλος εδώ γητεύεται, σε θείαν αταραξία,ωσά να λούζεται, άφωνος, βαθιά στο γαλαξία,εκεί π’ ανοίγετ’ άβυσσο, το μεσονύχτι, ο ζόφοςκαι μυρμηγκιάζει κι αναβρά καταμεσής στο αστρόφως! Άγγελος Σικελιανός.Sikelianos and his wife Eva Palmer staged the Delphic Festival in 1927, reviving ancient drama in the ruins above Delphi — the poet spent his life trying to make myth a lived, present thing.
Books that feel like this
More by Άγγελος Σικελιανός
Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919)
Άγγελος Σικελιανός, 1918
A poet walks up a mountain at Easter and finds the old gods still breathing in the light, the bread and the sea.
Συλλογή Αλαφροΐσκιωτος (1907)
Άγγελος Σικελιανός, 1907
A young poet on Lefkada hears a voice on the mountain calling him to carry a promise into word and deed. Greek lyricism at full lung. Emblematic title: αλαφροΐσκιωτος = «ελαφρά σκιασμένος» — touched, shadow-lit. The text is scan-prone (verse, breathless voice). For Greek readers, a card by a poet who believed poetry could found a religion. It opens with a question about beauty and ends with a vision of Odysseus and Ajax. Some of the 40 samples are compelling, a few are very weak and uneditable. Tags: purely the book as a whole and Greek/English variants allowed but only if they truly reflect the content. Any modern English renderings have to be clearly translations, because the book is in Greek; but the actual feed will show the Greek passage. A good mix of cards should feel like this collection: the opening ecstatic question, a sea-bath, a thirst, the olive grove, the people, the descent into a folk mourning, a wedding dance, the spring charm, the mountain ascent, the 'other gods' closing line. I'll return all cards with Greek field text and english objects.
Ποίηση
Άγγελος Σικελιανός, 1946
Ancient rites, sunburnt fields and a Greece that feels older than myth — poetry that makes the landscape a state of the soul.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Μήτηρ Θεού (1916-1917) for me?
- You may like it if you are drawn to Greek folk rhythm and poetry that treats mourning as a kind of feast. The unbroken hymn form and early twentieth-century Greek ask for patience and some comfort with liturgical and dialectal language.
- What is Μήτηρ Θεού (1916-1917) like?
- A slow, luminous hymn in folk-song cadence, carrying grief and faith together with a calm, ceremonial warmth. Feels like awe and serenity. About faith, memory and love.
- What should I read after Μήτηρ Θεού (1916-1917)?
- If you liked Μήτηρ Θεού (1916-1917), try Ο φτωχός άγιος (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), Τετράδιον Ε' (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης) and Η φλογέρα του Βασιλιά (Κωστής Παλαμάς).
A taste of the feed
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος ανακαλύπτει ότι κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
Ο φτωχός άγιος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
A ruler sleeps wrapped in the skin of a lion; the city holds its breath.
Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε, ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια. Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της, γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει. Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει. Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτι κι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι. Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει, κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος. Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο καὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει. Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια, ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
Τετράδιον Ε' · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
A crowd so mixed that the poem painting it begins to lose their faces.
Διαβαίνουν οι παραταγές και το καθένα αλλάγιγι, τα πανωκλίβανα ριχτά κι οι αμαρτωσιές αστράφτουν. Κι οι στρατιώτες οι Έλληνες ολούθε καλεσμένοι, από του Ταιναίρου τα σπ΄ληλια ως τα λαγκάδια του Αίμου, Σε τι όνομα ν΄ακούν; και ποιοι; πώς να τους ξεχωρίσω; Και βιαστικοί και ανάκατοι και η ζωγραφιά τους βγαίνει κι εδώ θαμπή, αλαργεύει, αποζητά να ξαναμπεί στη νύχτα.
Η φλογέρα του Βασιλιά · Κωστής Παλαμάς
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed