Αθανάσης Διάκος
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824–1879), 1867
Ρομαντικό έπος σε δημοτικό στίχο: ο Διάκος πλαγιάζει την παραμονή της τελευταίας του μάχης και γύρω του μαζεύονται η φύση, οι άγιοι και οι νεκροί. Ο λυρικός δημοτικός στίχος ανεβάζει την ένταση με δέος και πένθος, καθώς ο Διάκος ετοιμάζεται για την τελευταία του μάχη.
Ατμόσφαιρα: δέος και θλίψη. Μιλά για τον πόλεμο, τον θάνατο και την πίστη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν τα ρομαντικά έπη, η ιστορική μνήμη και οι σκηνές όπου η φύση και το μεταφυσικό συναντούν τον πόλεμο. Ο δραματικός τόνος μένει κοντά στον θάνατο και στην απώλεια, οπότε ίσως δεν σου ταιριάξει αν θέλεις πιο ανάλαφρη ποίηση.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να ακούσεις τον Αγώνα μέσα από δημοτικό στίχο και να δεις πώς ο Βαλαωρίτης πλέκει γύρω από τον Διάκο τη φύση, τους αγίους και τους νεκρούς.
Σελίδες από το βιβλίο
Ό,τι μαθαίνει ένα παιδί να ζητά από τον Θεό μπορεί να γίνει όλη του η ζωή.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου. Αν έπεφταν όλοι οι σύντροφοί σου, τι θα αρνιόσουν να εγκαταλείψεις;
Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύσηνὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός τουδέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ; Τι κάνει στ’ αλήθεια ένα γένος την ώρα που κοιμάται ένας άνθρωπος;
Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραιςὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουνν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦματοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδαπὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένοςἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγιανὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση! Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.Ο Βαλαωρίτης καταγόταν από την αριστοκρατία της Λευκάδας, σπούδασε στην Ιταλία και τη Γαλλία και πέρασε χρόνια ως βουλευτής και ποιητής, πριν στραφεί στις κλέφτικες μπαλάντες που τον έκαναν γνωστό.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Τετράδιον Ε'
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1847
Ο Λευκαδίτης ποιητής που τραγούδησε τους κλέφτες, τον πνιγμένο Πατριάρχη και τα χαλάσματα της Ολυμπίας — στίχοι που κάνουν την ιστορία καιρό, αίμα και μάρμαρο.
Φωτεινός
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1879
Ένα ταξίδι μέσα από κυκλικές δοκιμασίες και εύθραυστες στιγμές υπέρβασης. Ένας στοχασμός για το τι μένει όταν όλα τα άλλα διαλύονται.
Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1857
Μπαλάντες από τα βουνά της Ηπείρου και του Σουλίου: καπεταναίοι που πεθαίνουν με το τουφέκι στο χέρι, ένα μοναστήρι που τυλίγεται στις φλόγες κι ένας σκύλος που κουβαλάει το κεφάλι του αφέντη του στο βουνό.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Αθανάσης Διάκος»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν τα ρομαντικά έπη, η ιστορική μνήμη και οι σκηνές όπου η φύση και το μεταφυσικό συναντούν τον πόλεμο. Ο δραματικός τόνος μένει κοντά στον θάνατο και στην απώλεια, οπότε ίσως δεν σου ταιριάξει αν θέλεις πιο ανάλαφρη ποίηση.
- Πώς είναι το «Αθανάσης Διάκος»;
- Ο λυρικός δημοτικός στίχος ανεβάζει την ένταση με δέος και πένθος, καθώς ο Διάκος ετοιμάζεται για την τελευταία του μάχη. Ατμόσφαιρα: δέος και θλίψη. Μιλά για τον πόλεμο, τον θάνατο και την πίστη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Αθανάσης Διάκος»;
- Αν σου άρεσε το «Αθανάσης Διάκος», δοκίμασε «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (Διονύσιος Σολωμός), «Θάνατος Παλληκαριού» (Κωστής Παλαμάς) και «Η πτώσις του Αρκαδίου» (Ιωάννης Κονδυλάκης).
Μια γεύση από τη ροή
Η άνοιξη γίνεται πιο όμορφη και πιο επικίνδυνη μαζί.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι · Διονύσιος Σολωμός
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος καταλαβαίνει πως κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
Ο φτωχός άγιος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μια γυναίκα λέει στον άντρα της πως προτιμά να πεθάνει παρά να μείνει πίσω.
Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί του με θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχη ήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε « Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου, » τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα » που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ; » Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν. » Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα » να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι » δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις. » Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
Ιλιάδα · Αλέξανδρος Πάλλης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
