Θάνατος Παλληκαριού
Κωστής Παλαμάς (1859–1943), 1904
Σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό, ένας νέος ναυτικός είναι το καμάρι όλων· ένας τραυματισμός δοκιμάζει όσα θαυμάζουν οι άλλοι πάνω του. Η αφήγηση έχει λυρική, πένθιμη φωνή και κοιτάζει με τρυφερότητα έναν νέο ναυτικό, καθώς η γενναιότητά του συναντά τον φόβο.
Ατμόσφαιρα: θλίψη, δέος και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο και την ελευθερία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε αγγίζουν οι ποιητικές ιστορίες για την αντρειοσύνη, την ομορφιά και το πώς τις κρίνουν οι άλλοι. Η γλώσσα είναι παλιά και ορισμένες λέξεις ή γραφές, όπως «εμαρμάρωνε», ίσως χρειαστούν λίγο περισσότερο χρόνο.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να δεις πώς ένας τραυματισμός αλλάζει το βλέμμα ενός χωριού πάνω σε όσα θαυμάζει· η ιστορία ενώνει το πένθος με την τρυφερότητα και την ελευθερία.
Σελίδες από το βιβλίο
Προτιμά τον θάνατο από το να μείνει σημαδεμένος.
Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ’ η Ταρία Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. Ο χορός που κάνει ένα πανηγύρι να μοιάζει με μύθο.
Μα τα ποδάρια εκείνα τα σιδερένια, ταλύγιστα, πετούσαν, ξετιναζόταν και στριφογύριζαν, σαν από φτερό κι από φλόγα κι από άνεμο πλασμένα, την ώρα που έσερνε το χορό το παιδί της Δήμαινας. Κάθε χρονιά, στο πανηγύρι τ’ Άη Λιά, στα πλάγια του Ζυγού, εκεί που τρέχει το κρύο το νερό και τα πλατάνια απλώνουν με τα φύλλα τους μια σκέπη ξεκουραστική πλαμένη από δροσιές, ήσκιους και γλυκοψιθυρίσματα, εκεί στα κλέφτικα λιμέρια μια φορά, ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, φουστανελλοφορεμένος, όπως πήγαιναν κι άλλοι πανηγυριώτες, με τη χρυσήν αρματωσιά του παππούλη του, πρωτοπαλλήκαρου, του ξακουσμένου του Μακρή, πήγαινε και χόρευε· λες και το είχε τάμα. Κ’ οι πανηγυριώτες άφιναν το δικό τους το γλέντι κ’ έκαναν κύκλο γύρω του κι αγνάντευαν και ξεχνειούνταν. Κάθε του βήμα στο χορό, γοργό γοργό κι ανάλαφρο, έσταζε γλύκα και σκορπούσε λεβεντιά. Ένας ύμνος ρωτά ένα νεκρό παιδί πού πήγε η ομορφιά του.
Ο Μήτρος δε μπορούσε να σταθή στα πόδια του· τόνα του πόδι, το δεξί, δεν τόννοιωθε πια για πόδι, του φαινόταν σαν από σίδερο, του στέκονταν ασάλευτο. Τον κρατούσαν από τις μασχάλες. Ο Ψημένος είχε κλείσει το μαγαζί κ’ εστέκοταν κι αυτός για να βοηθήση. Παραπέρα οι φωνές των παιδιών απ’ έξω από την εκκλησιά σκορπειούνται και βοΐζουν· ξεσπούν στον αέρα τα χαλκούνια· κ’ η νύχτα αστράφτει, βροντάει και σφυρίζει, και ρίχνει βροχή από σπίθες. Από τις πόρτες και τα παράθυρα τ’ Άη Νικόλα ταναμμένα κεριά κ’ οι λαμπάδες του επιταφίου φαντάζουν σαν αστέρια· δροσερά παιδιάτικα ψαλσίματα ξεχύνονται: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, που έδει σου το κάλλος;» Κωστής Παλαμάς.Ο Παλαμάς έγραψε τους στίχους του Ολυμπιακού Ύμνου, που ακούστηκαν στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 1896.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Κωστής Παλαμάς
Συλλογές
Κωστής Παλαμάς, 1886
Ο μεγάλος λαϊκός ποιητής της νεότερης Ελλάδας: μπαλάντες, θρύλοι νησιών και μικρά μοιρολόγια, στη γλώσσα που μιλούσε ο κόσμος. Ένα φθινόπωρο, ένας καθρέφτης, μια γιαγιά που κρατά τα ρούχα του γάμου της.
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Κωστής Παλαμάς, 1907
Ο Γύφτος φτάνει σε μια πόλη που γιορτάζει και αρνείται κάθε θρόνο που του προσφέρεται. Δώδεκα τραγούδια για τη λευτεριά, τη δουλειά και την τέχνη.
Η φλογέρα του Βασιλιά
Κωστής Παλαμάς, 1910
Ο Παλαμάς μετατρέπει τον φόνο του Νικηφόρου Φωκά σε ένα φαντασμαγορικό όραμα με βυζαντινές σκιές, μια μαγική φλογέρα και τη γέννηση ενός νέου ελληνισμού. Στίχοι που κινούνται σαν πομπή.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Θάνατος Παλληκαριού»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε αγγίζουν οι ποιητικές ιστορίες για την αντρειοσύνη, την ομορφιά και το πώς τις κρίνουν οι άλλοι. Η γλώσσα είναι παλιά και ορισμένες λέξεις ή γραφές, όπως «εμαρμάρωνε», ίσως χρειαστούν λίγο περισσότερο χρόνο.
- Πώς είναι το «Θάνατος Παλληκαριού»;
- Η αφήγηση έχει λυρική, πένθιμη φωνή και κοιτάζει με τρυφερότητα έναν νέο ναυτικό, καθώς η γενναιότητά του συναντά τον φόβο. Ατμόσφαιρα: θλίψη, δέος και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο και την ελευθερία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Θάνατος Παλληκαριού»;
- Αν σου άρεσε το «Θάνατος Παλληκαριού», δοκίμασε «Μικρά Ταξείδια / Χάρος» (Γεράσιμος Μαρκοράς), «Αθανάσης Διάκος» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης) και «Μικρά έργα» (Διονύσιος Σολωμός).
Μια γεύση από τη ροή
Ένας πατέρας απαντά στις ερωτήσεις του παιδιού για τον θάνατο, μα δεν πετά ο ίδιος.
ΠΑΙΔΙ. Θέλω τὴ μάνα. ΠΑΤΕΡΑΣ. Ἐπέταξε καὶ στ’ ἄστρα πάει νὰ ζήσῃ. ΠΑΙΔ. Πῶς τόσο μάκρος ἄρρωστη δυνήθηκε νὰ σχίσῃ; ΠΑΤ. Ἔχουν φτερούγαις ἡ ψυχαίς. ΠΑΙΔ. Γιατὶ δὲν ταῖς ἁπλόνει Τότε ἡ δική μας, μὴν αὐτὴ τρέξῃ τ’ ἀστέρια μόνη; ΠΑΤ. Δὲν εἶναι μόνη· γύρω της φτεροκοποῦν ἀγγέλοι. ΠΑΙΔ. Ἄν ἄγγελό της μ’ ἔλεγε, κοντά της θὰ μὲ θέλῃ. ΠΑΤ. Ὤ! δίχως κάλεσμα Θεοῦ, ψηλὰ κἀνεὶς δὲν πάει. Κοιμήσου τώρα· ἡσύχασε. ΠΑΙΔ. Καὶ ποιός μοῦ τραγουδάει; ΠΑΤ. Ἐγώ, πουλάκι μου. ΠΑΙΔ. Ἐσὺ κλαῖς. ΠΑΤ. Ὄχι· ’ς ἐμὲ ἀπιθώσου.
Μικρά Ταξείδια / Χάρος · Γεράσιμος Μαρκοράς
Ό,τι μαθαίνει ένα παιδί να ζητά από τον Θεό μπορεί να γίνει όλη του η ζωή.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα, Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου, νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου, μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου. Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
Αθανάσης Διάκος · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος καταλαβαίνει πως κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
Ο φτωχός άγιος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή