Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824–1879), 1857
Μπαλάντες από τα βουνά της Ηπείρου και του Σουλίου: καπεταναίοι που πεθαίνουν με το τουφέκι στο χέρι, ένα μοναστήρι που τυλίγεται στις φλόγες κι ένας σκύλος που κουβαλάει το κεφάλι του αφέντη του στο βουνό. Οι μπαλάντες έχουν δραματικό, πένθιμο τόνο και λυρική φωνή, με εικόνες πολέμου που μένουν έντονες και σκληρές.
Ατμόσφαιρα: θλίψη, δέος και αντίσταση. Μιλά για τον πόλεμο, τον θάνατο και την ελευθερία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσουν αν σε τραβά η ιστορία του Σουλίου, οι ηρωικές μπαλάντες και η ποίηση που μιλά ανοιχτά για πόλεμο και θάνατο. Οι εικόνες είναι συχνά βίαιες και οδυνηρές, με φωτιά, αίμα και απώλεια.
Γιατί να το διαβάσεις
Οι μπαλάντες του Βαλαωρίτη δίνουν φωνή στις ιστορίες που άκουσε από τους Σουλιώτες πρόσφυγες στη Λευκάδα. Θα βρεις εδώ μια λυρική ματιά στη μνήμη, στον αγώνα και στο πένθος.
Σελίδες από το βιβλίο
Ένας σκύλος περνά τη νύχτα προσπαθώντας να φτάσει το κομμένο κεφάλι του αφέντη του.
Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμακαὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα.Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέταικαὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι.Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια,ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα.Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται,γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμαἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει.Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλικι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους.Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρακαὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια,τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη: Τι δέντρο φυτρώνει στον τάφο ενός λεβέντη και ποιοι κάθονται στη σκιά του;
Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτωθά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἅρματα νὰ κρεμᾶνε.Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιάτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου.Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο,θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν,νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε.Ἔφαγ᾿ ἡ φλόγα τ᾿ ἅρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου.Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε.Τ᾿ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη.Σταθεῖτ᾿ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου,τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου. Ένας παπάς ψέλνει τη λειτουργία την ώρα που οι εχθροί ορμούν στην εκκλησία.
Κι ἐκεῖ ποὺ ἔψαλλ᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή τουτοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ: «σήμερον Υἱὲ Θεοῦ...»φωνὲς ἀκούονται, χτυπιές, ἀλαλαγμός, ἀντάρα.Πλακώσανε οἱ ἄπιστοι: «καλόγερε, τί κάνεις;»Ἐσήκωσε τὰ μάτια τοῦ ὁ Σαμουὴλ στὸν κρότο,καὶ στάζ᾿ ἀπ᾿ τὴ λαβίδα του ἐπάνω στὸ βαρέλιμία φλογερὴ σταλαματιὰ ἀπ᾿ τοῦ Θεοῦ τὸ αἷμα...Ἀστροπελέκια ἐπέσανε, βροντάει ὁ κόσμος ὅλος,λάμπει στὰ γνέφ᾿ ἡ ἐκκλησιά, λάμπει τὸ μαῦρο Κούγκι!Τί φοβερὴ κεροδοσὰ πὄλαβε στὴ θανή τουτὸ Σούλι τὸ κακότυχο καὶ τί καπνὸ λιβάνι! Περισσότερα αποσπάσματα από το «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα»
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.Ο Βαλαωρίτης, ποιητής και πολιτικός από τη Λευκάδα, είχε δικό του ζωολογικό κήπο και εκπροσώπησε το νησί στη Βουλή. Οι μπαλάντες του εμπνεύστηκαν από τα τραγούδια των Σουλιωτών προσφύγων που ζούσαν στο νησί.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη
Δημήτριος Αινιάν, 1833
Κοινά στοιχεία: πόλεμος και δέος.
Περισσότερα βιβλία — Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Τετράδιον Ε'
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1847
Ο Λευκαδίτης ποιητής που τραγούδησε τους κλέφτες, τον πνιγμένο Πατριάρχη και τα χαλάσματα της Ολυμπίας — στίχοι που κάνουν την ιστορία καιρό, αίμα και μάρμαρο.
Αθανάσης Διάκος
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1867
Ρομαντικό έπος σε δημοτικό στίχο: ο Διάκος πλαγιάζει την παραμονή της τελευταίας του μάχης και γύρω του μαζεύονται η φύση, οι άγιοι και οι νεκροί.
Φωτεινός
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1879
Ένα ταξίδι μέσα από κυκλικές δοκιμασίες και εύθραυστες στιγμές υπέρβασης. Ένας στοχασμός για το τι μένει όταν όλα τα άλλα διαλύονται.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα»;
- Μπορεί να σου αρέσουν αν σε τραβά η ιστορία του Σουλίου, οι ηρωικές μπαλάντες και η ποίηση που μιλά ανοιχτά για πόλεμο και θάνατο. Οι εικόνες είναι συχνά βίαιες και οδυνηρές, με φωτιά, αίμα και απώλεια.
- Πώς είναι το «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα»;
- Οι μπαλάντες έχουν δραματικό, πένθιμο τόνο και λυρική φωνή, με εικόνες πολέμου που μένουν έντονες και σκληρές. Ατμόσφαιρα: θλίψη, δέος και αντίσταση. Μιλά για τον πόλεμο, τον θάνατο και την ελευθερία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα»;
- Αν σου άρεσε το «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα», δοκίμασε «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (Διονύσιος Σολωμός), «Θάνατος Παλληκαριού» (Κωστής Παλαμάς) και «Η πτώσις του Αρκαδίου» (Ιωάννης Κονδυλάκης).
Μια γεύση από τη ροή
Η άνοιξη γίνεται πιο όμορφη και πιο επικίνδυνη μαζί.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι · Διονύσιος Σολωμός
Τι λες σε έναν ξένο που η θάλασσα τού πήρε γυναίκα και παιδιά;
Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμοντας ζυγόνω ἀγάλι ‘γάλι καὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου· θλίψη βαθειά, μεγάλη σὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξε γυναῖκα καὶ παιδιά. Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτο νὰ προσηλόνῃς πᾶψε· τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκε πές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε· αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σου ἀθλία παρηγοριά.
Λυρικά · Γεράσιμος Μαρκοράς
Μια προσευχή, απ’ όλα, να γίνει πέτρα.
«Σὺ ὁ τὰ πλάσματ’ ἀλλοιῶν τὴν πλάσιν μεταπείθων, σὲ ἱκετεύω ὡς Θεὸν, τὸ στῆθος τοῦτο, ἐλεῶν, μετάβαλον εἰς λίθον. «Καὶ ἔστω μοι καταφυγὴ ὁ τελευταῖος ὕπνος, καὶ τῆς καρδίας ἡ σιγή· ἣ δὸς νὰ γίνω ἡ πηγὴ ἡ κλαίουσα ἀγρύπνως.
Ποιήματα · Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
