BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Αθανάσης Διάκος»

Σελίδες από το «Αθανάσης Διάκος» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Ό,τι μαθαίνει ένα παιδί να ζητά από τον Θεό μπορεί να γίνει όλη του η ζωή.

«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Αν έπεφταν όλοι οι σύντροφοί σου, τι θα αρνιόσουν να εγκαταλείψεις;

Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύσηνὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός τουδέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ;
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Τι κάνει στ’ αλήθεια ένα γένος την ώρα που κοιμάται ένας άνθρωπος;

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραιςὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουνν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦματοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδαπὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένοςἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγιανὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Ένα δέντρο μπορεί να είναι τόσο γερασμένο όσο μια θρησκεία και το ίδιο κούφιο.

Ἀκόμα ἡ Πούλια εἶναι ψηλὰ καὶ τῆς αὐγῆς ἀκόματ᾿ ὀρνίθι δὲν ἐλάλησε. Προτοῦ νὰ βασιλέψῃτὸ δρέπανο τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἑνὸς βουνοῦ τὴ ράχηἐστάθηκε γιὰ μία στιγμὴ καὶ πικραμένο ρίχνειτὴν ὕστερή του τὴ ματιὰ στὸ ἔρμο τὸ Ζητούνι.Ἐμαύρισαν οἱ λαγκαδιές. Στὸ μελανό του κῦματ᾿ ἀγέρι πνίγει τὰ σπαρτά, τὰ δέντρα, τὰ λιβάδια,γένονται θάλασσα οἱ στεριές, λὲς ὅτι αὐτὸ τὸ βράδυᾖρθε μὲ δυὸ μεσάνυχτα κι ἀργεῖ νὰ ξημερώσῃ.Μὲς στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ χιλιόχρονο ρουπάκιφοβέριζε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἀγριομανητό του.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Κάποια μέρη σε κάνουν να σταυροκοπιέσαι και να περπατάς πιο γρήγορα.

Εἰς τὸν βαρὺν τὸν ἴσκιο του περίχαρο λουλοῦδιποτὲ δὲν ἐξεφύτρωσε. Οὔτε τὸ χαμομήλιοὔτε ἡ χολάτη ἡ κυκλαμιά. Ὁλόγυρά του σπλόνοικαὶ δρακοντιὲς φαρμακερές. Στὸ χῶμα κάπου κάπουσπαρμένα ραχοκόκκαλα, ποὺ τά ῾χε ξεσαρκώσειὁ τραπεζίτης τοῦ σκυλιοῦ, τοῦ κόρακα τὸ νύχι,ἐσέποντο χωρὶς ταφή. Κι ἀνίσως πλανεμένοςκανεὶς ἐδιάβαινε ἀπ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἔνοιωθε τὰ σαράκιανὰ πριονίζουν ἄγρυπνα τὰ κούφια κατακλείδιακι ὁλονυχτὶς νὰ τρίζουνε, ἔκανε τὸ σταυρό τουκι οὔτε ποὺ γύριζε νὰ ἰδῇ τὸ φοβερὸ τὸ δέντρο.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Ένας γέρος προχωρά μπροστά από παιδιά· δεν ξέρεις αν είναι πομπή ή κηδεία.

Κρατεῖ στὴ ζώνη τὰ κλειδιά, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Κούγγιὅταν τὸν ἔφαγε ἡ φωτιά. Ἀχτίδες τὰ μαλλιά του,τὰ γένεια σπίθες καὶ καπνός. Οἱ πέντε του συντρόφοιστὸν ὦμο τους τόνε βαστοῦν. Ἀνέμιζαν τριγύρωστὸ φοβερὸ καλόγερο παιδιὰ βυζασταρούδια,ἀγράμπελες ποὺ ἐφύτρωσαν στὸ βράχο τοῦ Ζαλόγγου,καθένα τοῦ ῾χε ἡ μάνα του στὴν τραχηλιὰ τῆς ρόδοκ᾿ ἀνάμεσό τους φαίνεται ὁ γερο πολεμάρχοςσὰν περατάρης γερανός, ποὺ σέρνει στὰ φτερούγιατὰ χελιδόνια τοῦ Μαρτιοῦ δαρμέν᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀντάρα.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Ένα φιλί στο χώμα κι ύστερα όλα τα χορτάρια θέλουν να συμμετάσχουν.

Ἔσκυψ᾿ ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείληκ᾿ ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιά, καὶ στὰ ματόκλαδά τουκαθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ ἕνα δάκρυ...Χαρὰ στὸ χόρτο πὤλαχε νὰ πιῇ σὲ τέτοια βρύση!Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τὰ νειάτα, τὴ θωρειά τουτ᾿ ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφίνουνκρυφὰ τὸ θόλο τ᾿ οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζειστὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰν νἄτανε παιδί της.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Τι μπορούν να προσφέρουν οι νεκροί στους ζωντανούς: έναν ολόκληρο ουρανό μέσα σε μια φυλακή.

Χιλιάδες ᾔρθανε μὲ μιᾶς τριγύρω στὸ Θανάσηψυχὲς μεγαλοδύναμες ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμομὲ τὰ παληά τους βάσανα, μὲ τὴν παλληκαριά τους,καὶ τοῦ φιλοῦν τὸ μέτωπο καὶ τὸν περιδροσίζουν.Στὴ σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,ἁπλόνουν τὰ φτερούγια τοὺς κ᾿ ἐπάνωθέ του ἀνοίγουνβαθύν, ἀπέραντο οὐρανὸ καὶ τοῦ τὸν ἀστερόνουνμ᾿ ἀθάνατες ἐνθύμησες, μοσχοβολιὲς τοῦ τάφου.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Ένας στρατός που κοιμάται μπορεί να μοιάζει με χωράφι μετά από σεισμό.

Κοιμᾶται ἀκόμα ἡ Ἀρβανιτιά, χορτάτη, ἀποσταμένη,μὲς στὴν πυκνὴ τὴ χλωρωσιά. Τόσες χιλιάδες κόσμος,κι οὔτ᾿ ἕνα ὄνειρο γλυκό, οὔτ᾿ ἕνα καρδιοχτύπι!Στοῦ ὕπνου τῆς τὴ συγνεφιὰ δὲν ἔλαμπαν ἐλπίδες,δὲ φέγγει πόθος μακρυνός. Στὰ μάτια τῆς μαυρίλακαὶ στὴν καρδιὰ τῆς ἐρημιά. Τ᾿ ἀνθρώπινα κοπάδιαἀπ᾿ τὸ βαρὺ τὸν κάματο βουβά, ἀποκαρωμένα,μὲς στὰ λουλούδια τ᾿ Ἀπριλιοῦ μαυρολογοῦν, πλαγιάζουν,σὰν νά ῾τανε συντρίμματα, χορταριασμένες πέτρεςὁποὺ εἶχε πάρει ὁ χαλασμὸς ἀπὸ κανέναν πύργοκαὶ τά ῾χε σπείρει ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ μὲ τοῦ σεισμοῦ τὸ χέρι.
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Τι κρύβει ένα δέντρο κάτω από τον φλοιό του, έτοιμο να φορεθεί;

K᾿ ἰδοὺ τοῦ ῾κάστηκε μὲ μιᾶς ὅτ᾿ εἶδε τὴν κουφάλατοῦ δέντρου ν᾿ ἀναδεύεται. Τοῦ ρουπακιοῦ τὰ φύλλανὰ πέσουν ὅλα κατὰ γῆς, νὰ μεταμορφωθοῦνε,νὰ γένουν σάρκες ζωντανές, καὶ τ᾿ ἄψυχο τὸ ξύλονὰ λάβῃ ἀνθρώπινη μορφή. Ἡ φλούδα μοναχή τηςχωρίζει, ξεδιπλώνεται, καὶ τότε μὲ τὸ χέρι,τὸ σιωπηλὸ τὸ φάντασμα, ποὺ στέκει ἐπάνωθέ του,τὴ σήκωσε, τὴν ἔρριξε στὴν πλάτη του σὰ ράσο,κ᾿ ἔμειν᾿ ἐμπρός του ἀκίνητο... Τριγύρω στὸ λαιμό τουχαράκι κόκκινο βαθύ, σὰν νά ῾θελε περάσῃἐκεῖθε ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ...
— Αθανάσης Διάκος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1867)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.