Μεταφράσεις
Τέλλος Άγρας (1899–1944), 1939
Οι μεταφράσεις του Τέλλου Άγρα από τους Γάλλους συμβολιστές — Βερλέν, Λαφόργκ, Σαμαίν — όπου το λυκόφως, η βροχή και ο κουρασμένος έρωτας γίνονται ελληνικός στίχος. Λυκόφως, βροχή και έρωτας που έχει κουραστεί δίνουν στους στίχους έναν μελαγχολικό, τρυφερό ρυθμό και μουσική φωνή.
Ατμόσφαιρα: μελαγχολία, λαχτάρα και τρυφερότητα. Μιλά για την αγάπη, τη φύση και τον χρόνο.
Σε ποιον ταιριάζει
Ίσως σου αρέσει αν αγαπάς ποίηση για τη νοσταλγία και θέλεις να γνωρίσεις πώς ο Βερλέν, ο Λαφόργκ και ο Σαμαίν ακούγονται στα ελληνικά. Οι παλιοί τύποι και η λόγια ορθογραφία στα ποιήματα μπορεί να κάνουν κάποιους στίχους λιγότερο άμεσους.
Γιατί να το διαβάσεις
Οι μεταφράσεις του Άγρα προσφέρουν μια συνάντηση της γαλλικής συμβολιστικής ποίησης με τον ελληνικό στίχο, μέσα από εικόνες σιωπηλών πάρκων και έρωτα που ξεθωριάζει.
Σελίδες από το βιβλίο
Δυο άνθρωποι ξανασυναντιούνται σ’ ένα άδειο πάρκο, αλλά θυμούνται διαφορετικά.
Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό,ξάφνω, τὰ σχήματα περᾶσαν των δυονών.Τὰ χείλια ἔχουν λυτά, τὰ μάτια ἔχουν σβηστάκαὶ μόλις ποὺ τ’ακούς τὰ λόγια τους σωστά.Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό,δυὸ φαντάσματα ἔφεραν πίσω τὸν καιρό.-Τὴ θυμᾶσαι τὴν μέθη μας την περασμένη;-Κι ἂν τὴ θυμᾶμαι ἢ ὄχι, τί σημαίνει;-Τὸ καρδιοχτύπι της γιὰ μὲ πάντα ἡ καρδιά σου τό ’χει;Στ’όνειρο τὴν ψυχή μου ἀκόμα τηνε βλέπεις;— Ὄχι Βρέχει, η καρδιά βαραίνει κι ένας ρωτά γιατί. Η απάντηση είναι: χωρίς λόγο.
Νὰ κλαίει μὲς στὴν καρδιά μουκαὶ στὴν πόλη νὰ βρέχει...Ποιά νὰ ν’αυτή ποὺ τρέχειἡ πίκρα ὡς τὴν καρδιά μου;Ω, γλυκὸς ἦχος τῆς βροχῆςἀπ’τις σκεπὲς καὶ καταγῆς!Γιὰ τὸν καημὸ μιανὴς ψυχῆςὦ τὸ τραγούδι τῆς βροχῆςΔίχως αἰτία νὰ βρέχει—μὰ ἡ καρδιὰ δὲν ἀντέχει.Σὲ πρόδωσε κανείς;Ὄχι. Ἄδικα πονεῖς. Ένα γοτθικό νυχτερινό τοπίο, όπου κοράκια και λύκοι κάνουν τη δουλειά τους.
Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέταπολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,που με τις μύτες τα σκουντούν τ’ αχόρταγα κοράκια,κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον μαύρο αέρα,τα κρεμασμένα πόδια τους τα ’χουν οι λύκοι δείπνο.Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτραμέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντετους πάνε, και τ’ ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες. Τέλλος Άγρας.Ο Τέλλος Άγρας ήταν το φιλολογικό ψευδώνυμο του Ευγένιου Ιωαννίδη. Δίδασκε και μετέφραζε και πέθανε το 1944, στα χρόνια της Κατοχής και του λιμού.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Τέλλος Άγρας
Ποιήματα
Τέλλος Άγρας, 1940
Ποιήματα για λιμάνια, βροχερές γειτονιές και δρομάκια που δεν οδηγούν πουθενά: η λεπτή, τραγουδιστή φωνή ενός δασκάλου που αγάπησε τη χαρά των άλλων πιο πολύ από τη δική του. Διάβασέ τα για τη μουσική τους και για την εποχή τους: πίσω από τους στίχους ακούγονται η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Εδώ η ποίηση γίνεται μικρή, ζεστή συντροφιά: ένα πουλί σε κλαδί, νοτισμένο χώμα, φεγγάρι πάνω από σοκάκι. Ένα εισιτήριο για μια φωνή που ακόμα διαβάζεται λιγότερο απ’ όσο της αξίζει.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Μεταφράσεις»;
- Ίσως σου αρέσει αν αγαπάς ποίηση για τη νοσταλγία και θέλεις να γνωρίσεις πώς ο Βερλέν, ο Λαφόργκ και ο Σαμαίν ακούγονται στα ελληνικά. Οι παλιοί τύποι και η λόγια ορθογραφία στα ποιήματα μπορεί να κάνουν κάποιους στίχους λιγότερο άμεσους.
- Πώς είναι το «Μεταφράσεις»;
- Λυκόφως, βροχή και έρωτας που έχει κουραστεί δίνουν στους στίχους έναν μελαγχολικό, τρυφερό ρυθμό και μουσική φωνή. Ατμόσφαιρα: μελαγχολία, λαχτάρα και τρυφερότητα. Μιλά για την αγάπη, τη φύση και τον χρόνο.
- Τι να διαβάσω μετά το «Μεταφράσεις»;
- Αν σου άρεσε το «Μεταφράσεις», δοκίμασε «Φθινόπωρο» (Κωσταντίνος Χατζόπουλος), «Ανέκδοτα ποιήματα» (Μαρία Πολυδούρη) και «Η ζωή του χωριού» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης).
Μια γεύση από τη ροή
Το φθινόπωρο που έρχεται σαν ανάσα κρατημένη.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Φθινόπωρο · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Γιατί ο σταθμός, μόλις φύγει το τρένο, μοιάζει τόσο έρημος.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
Τι κάνει το αηδόνι σε δυο ανθρώπους που πρέπει να φύγουν;
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή