Ποιήματα
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877–1940), 1934
Ένας ήπιος ποιητής των πουλιών, των γαϊδάρων και των γριών με τη ρόκα· μικρά ποιήματα που προσέχουν τις μικρές ζωές και τις αποχαιρετούν χωρίς μελό. Η ήρεμη, λυρική φωνή του κοιτάζει πουλιά, ζώα και ανθρώπους με τρυφερότητα, ενώ μικρά ποιήματα αφήνουν χώρο και για τη μελαγχολία.
Ατμόσφαιρα: τρυφερότητα, μελαγχολία και γαλήνη. Μιλά για τη φύση, το σπίτι και τη μοναξιά.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν βρίσκεις ποίηση στις καθημερινές ζωές, στη φύση και σε έναν αποχαιρετισμό χωρίς μελό. Η γλώσσα και η ατμόσφαιρα ανήκουν σε μια παλιότερη ποιητική εποχή, οπότε ίσως χρειαστεί να διαβάσεις πιο αργά.
Γιατί να το διαβάσεις
Τα ποιήματα του Παπαντωνίου προσέχουν όσα συχνά περνούν απαρατήρητα και μιλούν για την απώλεια χωρίς υπερβολή. Είναι μια μικρή, ήσυχη επιστροφή σε μια διαφορετική εποχή της ελληνικής ποίησης.
Σελίδες από το βιβλίο
Μια προσευχή που δεν ζητά τίποτα, ούτε καν να ξαναζήσει.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα. Το φεγγάρι περνά μια νύχτα κάνοντας δουλειές σ’ ένα μικρό αγρόκτημα.
Στὸ στάβλο ἦρθ᾿ ἀπόψε τὸ φεγγάρι...Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.Στὸ κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε,ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.Πῆγε στ᾿ ἀμπέλι, πῆγε στὸ λιοστάσι,ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδικι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει. Να λες τα βουνά μάνα σου και να το εννοείς.
Τὴ μάννα μου τὴ Ρούμελη ν᾿ ἀγνάντευα τὸ λαχταρῶ...ψηλὰ ποὺ μὲ νανούριζες καημένο Καρπενήσι!Τρανὰ πλατάνια ξεδιψοῦν στὶς βρύσες μὲ τὸ κρύο νερό.Σαρακατσάνα ροβολάει καὶ πάει γιὰ νὰ γεμίσει.Μὲ κρουσταλλένια σφυριχτὰ σὲ λόγγους φεύγουν σκοτεινοὺςκοτσύφια καὶ βοσκόπουλα μὲ τὰ λαμπρά τὰ μάτια,νερὰ βροντοῦνε στὸ γκρεμὸ καὶ πᾶνε πρὸς τοὺς οὐρανοὺςἴσια κι ὀρθὰ σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Ρούμελης τὰ ἐλάτια. Ζαχαρίας Παπαντωνίου.Έγραψε «Τα ψηλά βουνά», το πρώτο παιδικό ανάγνωσμα του είδους του, και σχεδίασε την ευζωνική στολή.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Το λαμπρό αμάξι
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1920
Ένας φτωχός γραφέας πολιορκείται από τον πλουσιότερο άντρα της Αθήνας κι ένας τσαγκάρης-ποιητής από την Ήπειρο γίνεται ξαφνικά θρύλος στη γειτονιά του. Δύο κωμωδίες για το χρήμα και τη φαντασία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Ποιήματα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν βρίσκεις ποίηση στις καθημερινές ζωές, στη φύση και σε έναν αποχαιρετισμό χωρίς μελό. Η γλώσσα και η ατμόσφαιρα ανήκουν σε μια παλιότερη ποιητική εποχή, οπότε ίσως χρειαστεί να διαβάσεις πιο αργά.
- Πώς είναι το «Ποιήματα»;
- Η ήρεμη, λυρική φωνή του κοιτάζει πουλιά, ζώα και ανθρώπους με τρυφερότητα, ενώ μικρά ποιήματα αφήνουν χώρο και για τη μελαγχολία. Ατμόσφαιρα: τρυφερότητα, μελαγχολία και γαλήνη. Μιλά για τη φύση, το σπίτι και τη μοναξιά.
- Τι να διαβάσω μετά το «Ποιήματα»;
- Αν σου άρεσε το «Ποιήματα», δοκίμασε «Ποιήματα» (Τέλλος Άγρας), «Η νοσταλγός» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και «Έργα» (Κώστας Κρυστάλλης).
Μια γεύση από τη ροή
Μια δήλωση αγάπης χάνεται μέσα σε αναμνήσεις καλοκαιριού.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
Ο τόπος που σου λείπει μπορεί να απέχει μονάχα δώδεκα μίλια.
Έλεγε πάντοτε πέρα, κ’ εννοούσε την πατρίδα. Όπισθεν του πρώτου πρασίνου βουνού, άνωθεν του οποίου είχεν ανατείλει η σελήνη, βουνού μαύρου την νύκτα και σκοτεινοφαίου τώρα με της σελήνης το φως, ύψωνε την κορυφήν του υψηλόν όρος και λευκόν, πότε χιονοσκέπαστον, πότε γυμνόν και βραχώδες. Εκεί ήτο η πατρίς, ο τόπος της γεννήσεώς της. Κ’ εστέναζε τόσον δι’ αυτήν, ως να την εχώριζεν ολόκληρος ωκεανός εκείθεν, ενώ μόλις απείχε δώδεκα μίλια, και η μικρά ραχούλα του πρασίνου βουνού δεν ίσχυε να κρύψη την ημέραν την υψηλήν οφρύν του λευκού όρους. Και την επόθει τόσον, ως να την είχε στερηθή από χρόνων πολλών, ενώ μόλις από ολίγων εβδομάδων ευρίσκετο εις την γείτονα νήσον.
Η νοσταλγός · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα βουνά ξαναπρασινίζουν κάθε άνοιξη· γιατί όχι κι εκείνος;
Γεράματα δὲν ἔχετε καὶ χάρο δὲ φοβᾶστε· τὰ μεσημέρια ἁπλώνετε τὸν ἴσκιο στὸ διαβάτη, στὸ ζευγολάτη, στὸ βοσκό, στοῦ κοπαδιοῦ τὸν πλῆθο Τὴν νύχτα ὁλόρθα κι ἄγρυπνα πίνετε καὶ ροφᾶτε δροσιὰ βουνίσια ἀχόρταγα καὶ τὸ ταχύ, ὅταν φέγγη, ἐσεῖς παλάτια γίνεστε στὸν κότσυφα, στ’ ἀηδόνι. Ἐσᾶς σᾶς τρέφουν κρύα νερά, τὰ χιόνια σᾶς πλαταίνουν μωρὲ βουνά, ψηλὰ βουνά, ψηλὰ καὶ δασωμένα, τώρα ποὺ ὁ Μάης σᾶς γιόμωσε μ’ ἀνθούς, μὲ χλόη, μὲ νιάτα, γιατί δὲν ξανανιώνετε κι ἐσεῖς τὸ γέρο ἐμένα, σάμπως καινούργια γένονται καὶ σάμπως ξανανιώνουν τοῦτα τὰ χαμηλὰ κλαριὰ καὶ τὰ παλιὰ τὰ δέντρα, νὰ γίνω πάλι ὡς ἤμουν νιός, νὰ γίνω παλικάρι;
Έργα · Κώστας Κρυστάλλης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
