Μεταφράσεις
Τέλλος Άγρας, 1939
Οι μεταφράσεις του Τέλλου Άγρα από τους Γάλλους συμβολιστές — Βερλέν, Λαφόργκ, Σαμαίν — όπου το λυκόφως, η βροχή και ο κουρασμένος έρωτας γίνονται ελληνικός στίχος.
Σελίδες από το «Μεταφράσεις» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Δυο άνθρωποι ξανασυναντιούνται σ’ ένα άδειο πάρκο, αλλά θυμούνται διαφορετικά.
Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό,ξάφνω, τὰ σχήματα περᾶσαν των δυονών.Τὰ χείλια ἔχουν λυτά, τὰ μάτια ἔχουν σβηστάκαὶ μόλις ποὺ τ’ακούς τὰ λόγια τους σωστά.Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό,δυὸ φαντάσματα ἔφεραν πίσω τὸν καιρό.-Τὴ θυμᾶσαι τὴν μέθη μας την περασμένη;-Κι ἂν τὴ θυμᾶμαι ἢ ὄχι, τί σημαίνει;-Τὸ καρδιοχτύπι της γιὰ μὲ πάντα ἡ καρδιά σου τό ’χει;Στ’όνειρο τὴν ψυχή μου ἀκόμα τηνε βλέπεις;— Ὄχι Βρέχει, η καρδιά βαραίνει κι ένας ρωτά γιατί. Η απάντηση είναι: χωρίς λόγο.
Νὰ κλαίει μὲς στὴν καρδιά μουκαὶ στὴν πόλη νὰ βρέχει...Ποιά νὰ ν’αυτή ποὺ τρέχειἡ πίκρα ὡς τὴν καρδιά μου;Ω, γλυκὸς ἦχος τῆς βροχῆςἀπ’τις σκεπὲς καὶ καταγῆς!Γιὰ τὸν καημὸ μιανὴς ψυχῆςὦ τὸ τραγούδι τῆς βροχῆςΔίχως αἰτία νὰ βρέχει—μὰ ἡ καρδιὰ δὲν ἀντέχει.Σὲ πρόδωσε κανείς;Ὄχι. Ἄδικα πονεῖς. Ένα γοτθικό νυχτερινό τοπίο, όπου κοράκια και λύκοι κάνουν τη δουλειά τους.
Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέταπολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,που με τις μύτες τα σκουντούν τ’ αχόρταγα κοράκια,κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον μαύρο αέρα,τα κρεμασμένα πόδια τους τα ’χουν οι λύκοι δείπνο.Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτραμέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντετους πάνε, και τ’ ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες. Ένας άνθρωπος σέρνει την πληγή του μέσα από τις ιτιές, στο δειλινό.
Μόνος πλανιόμουνα, σέρνοντας την πληγή μουμέσα από τις ιτιές, μπρος στων νερών το μάκρος,που η πάχνη η άπλαστη έμοιαζε μεγάλοφάντασμα άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,με τις άγριες πάπιες μαζί θρηνώντας,που τα φτερά χτυπάν κι η μια την άλλη κράζουν,μέσα από τις ιτιές, που ολομόναχος πλανιόμουνσέρνοντας την πληγή μου, και των ίσκιων ήρθετο άφεγγο σάβανο, τις ύστατες να πνίγειτης δύσης αντήλιες μες στα χλωμά νερά τουκαι τα νούφαρα, μεσ’ από τα καλάμια,τ’ ανοιχτά νούφαρα στο άτρεμο κύμα απάνω. Το κέρας ηχεί στο δειλινό: σε γοητεύει και σε φαρμακώνει.
Ἄκου, τὸ κέρας θλίβεται κατὰ τὰ δάσηκι ἔχει τόσον καημό, ποὺ ὀρφάνιες σοῦ θυμίζεικι ἔρχεται ὡς τοῦ βουνοῦ τὰ πόδια νὰ σωπάσειμὲ τ’αγέρι ποὺ τρέχει καὶ στενὰ γαβγίζει.Τοῦ λύκου κλαί’η ψυζὴ σὲ τούτη τὴ φωνήποὺ βγαίνει (ὅπως καὶ ὁ ἥλιος, ποὺ ὅλο χαμηλώνει)ἀπὸ μιὰν ἀγωνία ποὺ μοιάζει ταπεινήκαὶ ποὺ μιὰ σὲ μαγεύει, μιὰ σὲ φαρμακώνει. Ένα πιάνο παίζει αμυδρά στο ροδόχρωμο δείλι και το δωμάτιο αρχίζει να σε νανουρίζει.
Τὸ πιάνο ποὺ τὸ χέρι τὸ λιγνὸ φιλεῖἀχνοφέγγει στὸ δείλι τὸ τρυανταφυλλίκι ἕνα σύρσιμο ἀνάριο, σὰν ἀπὸ φτερό—ἕνα κομμάτι ἀρχαῖο κι ὡραῖο καὶ σφαλερό,κλώθει, ὅλο δισταγμό, κλώθει δειλά, ἕνα γῦροστὸν κοιτῶνα ποὺ κάθεται Ἐκείνης τὸ μύρο...Τί νά ’σαι, λίκνο ἐσύ, ποὺ ξαφνικὰ ἔχεις πάρειτὸ εἶναι μου τὸ φτωχὸ γιὰ νὰ τὸ νανουρίσεις,τί μοῦ θελεις, σκοπὲ γλυκύτατε, ὅλο χάρη,γύρισμα ταπεινό, τί θέλεις; Σὲ ρωτῶ—καὶ κάτω ἀπ’το παράθυρο ἔρχεσαι νὰ σβήσεις—κατὰ τὸν κῆπο— ποὺ ἔμεινε μισανοιχτό; Μια γνώριμη φωνή επιστρέφει ντυμένη στα πένθιμα, με λίγη περηφάνια ακόμα.
Ἄκουσε, εἶν’ ὁ σκοπὸς πολὺ γλυκός:Δὲν κλαίω, σοῦ λέει, παρὰ γιὰ νὰ σ’ευφράνω.Τόσο ἀλαφρός, τόσο διακριτικός...Νεράκι ριγηλὸ στὰ χόρτα ἀπάνω.Γνωστὴ σοῦ εἶν’η φωνὴ (κι ἀγαπητή;)ὅμως στὰ κρέπια τώρα σκεπασμένη(Παρόμοια χήρα κι ἀπαρηγόρητη,μὰ ποὺ ἡ παλιά της ἡ ἔπαρση ἀπομένει,κι ἀπ’του μακριοῦ του πέπλου τὴν πτυχήὁποὺ σκιρτάει σὲ χινοπώρου ἀγέρι,μιὰ κρύβει ἀπὸ τὴν ἔκθαμβη ψυχή,μιὰ δείχνει τὴν ἀλήθεια σὰν ἀστέρι.) Ένα ζευγάρι αποφασίζει πώς θα πορευτεί μαζί σ’ έναν εχθρικό κόσμο.
Ἔτσι; Στὸ πεῖσμα τῶν κακῶν καὶ στῶν μωρῶν τὸ πεῖσμα,ποὺ νὰ φτονήσουν τὴν ἁγνὴ χαρά μας δὲν θὰ λείψουν,νά ’μαστε κάποτες σκληροί, μὰ τρυφεροὶ ὁλοένα...Ἔτσι; Θὰ πορευόμαστε πρᾶοι καὶ φαιδροί, στὸ δρόμοτὸν ἴσιο, ποὺ τὸν κυβερνᾶ χαμογελοῦσα ἡ ἐλπίδα,λίγο γνοιασμένοι ἂν μᾶς κοιτοῦν, καὶ λίγο ἂν δὲν μᾶς ξέρουνΧαμένες μὲς στὸν ἔρωτα, σὰν σ’ένα μαῦρο δάσος,τὴν τρυφεράδα τους οἱ δυὸ καρδιὲς μᾶς θ’αναδίνουν,ὅμοια δυὸ ἀηδόνια, ποὺ γλυκὰ λαλοῦν μὲς στὴν ἑσπέρα. Μια παράκληση για ηρεμία αντί για πάθος που καίει.
Δός μου τὴν ἀτονία, τὴν ἀτονία, τὴν ἀτονία!Μέρωσε πιὰ τοῦ πυρετοῦ τὸ φρένιασμα, γλυκιά μου!Ὡς καὶ στὴν ἄκρη τοῦ ὀργασμοῦ—το βλέπεις—η ἐρωμένηχρωστᾶ νὰ γίνει ἀνέμελη κι εἰρηνικιὰ ἀδερφούλα.Γίνου ἐρωτιάρα, δός μου τὰ κοιμάμενα σοῦ χάδια,ρυθμικιὰ τὴν ἀνάσα σου καὶ τὸ βαθύ σου βλέμμα·τ’άνομο σφιχταγκάλιασμα, ὁ σπασμὸς ποὺ ποθολύνει,τί εἶναι μπρὸς στὸ μακρόσυρτο φιλὶ—κι ἂς εἶναι ψέμα! Ο θερισμός ως μακρύς, καυτός μόχθος — κι ένας χαιρετισμός στον ήλιο.
Παντοῦ λαχάνιασμα ἄπαυτο, μόχτος παντοῦ κι ἀγῶναςκάτω ἀπ’τον ἥλιο, τοῦ ὥριμου σταχυοῦ σοφὸν τενχίτηποὺ ὅμοια δουλεύει κι ἀντικρύ, στ’αμπέλια, δίχως βιάσηνὰ δέσει τὰ μεστὰ τσαμπιὰ καὶ νὰ τὰ ζαχαρώσει.Γιὰ τὸ ψωμί, γιὰ τὸ κρασί, δούλεψε γέροντα ἥλιε.Θρέψε τὸν ἄνθρωπο ἀπ’της Γῆς τὸ γάλα, τὸ ποτήριτὸ τίμιο δός του, ποὺ γελάει μιὰ στάλα θεία λήθη.Ω θεριστές, ὦ τρυγητὲς καὶ σεῖς, καλή σας ὥρα! Τέλλος Άγρας, 1939
Οι μεταφράσεις του Τέλλου Άγρα από τους Γάλλους συμβολιστές — Βερλέν, Λαφόργκ, Σαμαίν — όπου το λυκόφως, η βροχή και ο κουρασμένος έρωτας γίνονται ελληνικός στίχος.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.