Εὐέλπιδες
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), 1899
Δώδεκα ιστορίες νέων ανθρώπων στο χείλος των πάντων — πόλεμος, θάλασσα, πρώτος έρωτας — από έναν γιατρό που έζησε τον πόλεμο από κοντά και τον μετέτρεψε σε σφιχτή, λυρική πεζογραφία. Με χιούμορ και νοσταλγία, οι δώδεκα ιστορίες περνούν από τον πόλεμο και τη θάλασσα στον πρώτο έρωτα, με σφιχτή, λυρική γραφή.
Ατμόσφαιρα: χιούμορ, θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για την ταυτότητα, τον πόλεμο και την ελευθερία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσουν αν σε τραβούν οι νέοι άνθρωποι μπροστά σε μεγάλες αλλαγές και οι ιστορίες που συνδυάζουν ένταση, θαυμασμό και χιούμορ. Η γλώσσα της έκδοσης είναι παλαιότερη και πολυτονική, κάτι που μπορεί να κάνει την ανάγνωση πιο απαιτητική.
Γιατί να το διαβάσεις
Ο Καρκαβίτσας γράφει για τον πόλεμο έχοντας υπηρετήσει ως γιατρός το 1897. Οι ιστορίες προσφέρουν μια κοντινή ματιά σε ανθρώπους που βρίσκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης.
Σελίδες από το βιβλίο
Κάνει τα πάντα για να τον προσέξουν, αλλά κανείς δεν γυρίζει να τον κοιτάξει.
Τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν εἶχε στὰ χέρια του· δὲν ἦτο ἄλλωστε τῆς ἐποχῆς. Ἤθελε ὅμως νὰ κάνῃ νὰ τὸν προσέξουν στὴν ἀγορά, νὰ τὸν πειράξουν ὅπως ἄλλοτε, νὰ θυμώσῃ, νὰ βρίσῃ, νὰ γίνῃ ντόρος γύρω του. Ἀλλὰ τίποτα! Κανεὶς δὲν τὸν ἐπρόσεξε. Αὐτὸ τὸν ἐσκύλιαζε περισσότερο· τὰ γένια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν καὶ τὰ πόδια του νὰ μὴν τὸν βαστάζουν γερά. Ὡστόσο ἐπέμενε νὰ κοιτάζῃ προκλητικά, ἔσπρωξε δύο τρεῖς μὲ τὶς πλάτες, τάχα κατὰ λάθος καὶ τέλος ἐφώναξε μυστικὰ βζίτ! βζίτ! τάχα πὼς τὸ φωνάζει ἄλλος. Καὶ ἔτσι ὅμως ἡ ἴδια ἀδιαφορία. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔσπρωχνε ἢ ποὺ πατοῦσε, πάγαιναν πάρα πέρα, ἐφυλάγοντο· μὰ οὔτε λέξη τοῦ ἔλεγαν, οὔτε γύριζαν νὰ τὸν κοιτάξουν. Ἐφρένιασε ὁ ἄνθρωπος. Μόνοι μοιάζουν κακούργοι· στο τραπέζι ξαναγίνονται παιδιά.
Τὸ νόστιμο εἶναι ποὺ μοναχός του καθένας ἔκανε τὴν ἐντύπωση κακούργου. Ἀμίλητος, ἀγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Ἂν τὸν συναντοῦσες μπροστά σου θ᾿ ἀπόφευγες νὰ τοῦ εἰπεῖς: καλημέρα. Ὅταν ὅμως ἔσμιγαν μεταξύ τους ἄλλαζαν ἀμέσως· γίνονταν παιδιά. Δὲν ἤθελαν τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ γύρω σ᾿ ἕνα νταβᾶ, μὲ τὸ ρουμπίνι στὸ ποτηράκι νὰ κουτσοπίνουν καὶ νὰ φλυαροῦν γιὰ ὅλα τὰ πράγματα τῆς κοινωνίας, γιὰ ὅλα τὰ ἀνδρόγυνα, γιὰ ὅλα τὰ νιτερέσια. Καὶ τὸ ἔκαναν ἐλαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, ἄκακα. Ὧρες ἔτσι ἐπερνοῦσαν. Καὶ ὅταν ἐτελείωναν μὲ τοὺς ἄλλους ἄρχιζαν καὶ μεταξύ τους. Ἡ μύτη τοῦ ἑνός, τὸ χτένισμα τοῦ ἄλλου, τὸ φόρεμα τοῦ τρίτου, τὸ περπάτημα τοῦ τέταρτου ἦσαν τόσες ἀφορμὲς γιὰ γέλια, γιὰ παρανόματα, γιὰ πειράγματα ἀφάνταστα. Καὶ στὸ φαγί τους ἀκόμη ἐπροσπαθοῦσαν ὁ ἕνας νὰ πειράξῃ τὸν ἄλλον. Η μυρωδιά της θάλασσας τον κάνει να δακρύσει στο τραπέζι.
Ὁ Λινάρδος ἐκοίταξε τὸν φίλο του μὲ ἀπορίαν καὶ ζήλια μαζί. Ἀμέσως ἔνοιωσε νὰ τοῦ γαργαλίζῃ τὴ μύτη ὀσμὴ τῆς θαλάσσης τόσο δυνατὴ ποὺ τὸν ἔκαμε νὰ δακρύσῃ· ἡ γλώσσα του χωρὶς νὰ θέλῃ ἔσκασε ἀπολαυστικὰ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του. Εἶδε ἐμπρός του τὰ μεγάλα ὄστρακα τῆς πίνας μισοανοικτὰ νὰ στάζουν ἅλμη καὶ νὰ ὑπόσχονται ἀπολαύσεις, ὅπως τὰ βελουδένια κουτιὰ γαργαλίζουν τὴ γυναίκα. Καὶ ἔπειτα πάλι εἶδε τὸ κρέας της μέσα στὸ πιάτο καρυκευμένο μὲ κρεμμυδάκια ψιλὰ ψιλὰ μὲ μαϊδανὸ νὰ μοσχοβολᾶ γαργαλιστικὰ μὲ τὴν σάλτσαν μελανήν. Ανδρέας Καρκαβίτσας.Ο Καρκαβίτσας υπηρέτησε ως γιατρός στον πόλεμο του 1897 και συνήθιζε να σημειώνει στην αρχή των διηγημάτων τον τόπο και την ώρα που τα έγραφε, σαν να κρατούσε ημερολόγιο πλοίου.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη
Δημήτριος Αινιάν, 1833
Κοινά στοιχεία: πόλεμος και ταυτότητα.
Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα.
Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911
Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Εὐέλπιδες»;
- Μπορεί να σου αρέσουν αν σε τραβούν οι νέοι άνθρωποι μπροστά σε μεγάλες αλλαγές και οι ιστορίες που συνδυάζουν ένταση, θαυμασμό και χιούμορ. Η γλώσσα της έκδοσης είναι παλαιότερη και πολυτονική, κάτι που μπορεί να κάνει την ανάγνωση πιο απαιτητική.
- Πώς είναι το «Εὐέλπιδες»;
- Με χιούμορ και νοσταλγία, οι δώδεκα ιστορίες περνούν από τον πόλεμο και τη θάλασσα στον πρώτο έρωτα, με σφιχτή, λυρική γραφή. Ατμόσφαιρα: χιούμορ, θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για την ταυτότητα, τον πόλεμο και την ελευθερία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Εὐέλπιδες»;
- Αν σου άρεσε το «Εὐέλπιδες», δοκίμασε «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου» (Κωστής Παλαμάς), «Η Αγγέλικα» (Αργύρης Εφταλιώτης) και «Οδύσσεια» (Όμηρος).
Μια γεύση από τη ροή
Πρώτα κυριάρχησε στον εαυτό σου· ύστερα δώσου στους άλλους.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
Η ξένη που αγαπάει τον τόπο πιο πολύ απ’ όσους γεννήθηκαν σ’ αυτόν
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης
Ο σκύλος αναγνωρίζει πρώτος τον αφέντη του, χωρίς να μπορεί να του μιλήσει.
Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης, ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει. Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια, ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.” Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν, σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ’ αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει, ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει, ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ’ εἶχε φύγει ἐκεῖνος στὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ’ ἄλλους καιρούς οἱ νέοι τὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια. Τώρα, π’ ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένο στὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε, ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθε τὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα.
Οδύσσεια · Όμηρος
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
