Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), 1911
Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία. Με κοφτερό χιούμορ και σατιρική ορμή, η ιστορία ξεγυμνώνει τον εκλογικό πυρετό, κρατώντας μια ψύχραιμη, πικρή απόσταση.
Ατμόσφαιρα: πάθος και γαλήνη. Μιλά για την εξουσία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι πολιτικές σάτιρες και οι ιστορίες που κοιτάζουν χωρίς έλεος την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Η γλώσσα και το μετεπαναστατικό ιστορικό πλαίσιο μπορεί να θέλουν λίγη προσοχή.
Γιατί να το διαβάσεις
Η «Ηρώων τέκνα» πιάνει τη στιγμή που η κληρονομιά των ηρώων γίνεται εργαλείο για ψήφους και λατρεία. Διαβάζοντάς τη, βλέπεις πώς η πολιτική φιλοδοξία αλλάζει πρόσωπα και σύμβολα.
Σελίδες από το βιβλίο
Ο ένας θεός πατιέται στη σκόνη, ο άλλος λάμπει ακόμη. Την τελευταία λέξη την έχει ο παλιότερος.
Η κατασπαραγμένη ζωγραφιά σερνότανε στη γη τώρα, μπαίγνιο του ανέμου και της σκόνης. Η άλλη χρυσολαμπύριζε ψηλά, υγρή ακόμη από τα φιλήματα των πιστών της. Και κει που το κεφάλι του αρματολού με την πολεμική του έξαψη φαινότανε πως θέλει να κατασφάξει τον υβριστή, ο διπλωμάτης με ήρεμη μελαγχολία έγνεφε στο συναγωνιστή του, να ησυχάσει. Έτσι είν’ ο κόσμος. Πάντα τέτοιος θα είναι ο κόσμος. Κοιτάζει μια προσωπογραφία και ξεκινά πόλεμο μέσα του.
Και κοίταζε με γλαρωμένα μάτια τη ζωγραφιά, σαν προσκυνητής θαυματουργό εικόνισμα. Ήταν εκεί ο πατέρας του κομματάρχη τους. Ο λεβέντης αρματολός με τη φέσα ορθή απάνω στα κυματιστά μαλλιά του, με τα χρυσά μεϊτανογέλεκα και τα φλωροκαπνισμένα τ’ άρματα, πρόβαινε ανάμεσ’ από τις χρυσορόδινες λάμψες του γυαλιού, ιχνογράφημα γενεάς ολάκερης, μέσα στο μαρτυρικό στεφάνι της δόξης της. Το δεξί χέρι ακουμπισμένο στο κοντάκι τουρκοφάγας πιστόλας· το αριστερό απολυμένο στην κοκαλένια χούφτα πάλας αιματοβρεμένης· τα δασά στήθη έξω από την τραχηλιά, χορταριασμένα μετερίζα ψυχής ατρόμητης και το κεφάλι ξαφνισμένο πίσω, το βλέμμα φαρμακερό, λες κι άκουε ποδοβολή μάχης και φυγή εχτρών, έδιναν στον παρατηρητή παλικαριά και πάθος. Ο Ταράνανας σύψυχος ενθουσιάστηκε. Την πολεμική ορμή του αγωνιστή, που έπεσε σαν πύρινη κατάρα τ’ ουρανού στους εχτρούς της πατρίδας, την έριχνε εκείνος τώρα στους εχτρούς του κόμματος. Του δίνουν μια νέα σημαία κι εκείνος ανακαλύπτει πως του αρέσει ο θόρυβος.
Και του έδωκε στο χέρι την εικόνα του διπλωμάτη. Ο σκάπουλος αναγκάστηκε ν’ ακολουθήσει. Και λίγο λίγο, όσο άκουε γύρω του τις κραυγές των συντρόφων, έδιωχνε το δισταγμό και τη ντροπή του. Το εκλογικό τραγούδι, που δεν μπορούσε άλλοτε ν ακούσει χωρίς φρίκη, τώρα τον ενθουσίαζε και τον έσερνε στον ανεμοστρόβιλο της τρελής χαράς και του κομματικού μίσους. Ανδρέας Καρκαβίτσας.Γιατρός στο επάγγελμα, δούλεψε για χρόνια ως χειρουργός σε πλοία και μάζευε από ναυτικούς και ψαράδες τις ιστορίες που γεμίζουν τα βιβλία του. Πέθανε από λευχαιμία στα πενήντα έξι του.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Αττικαί ημέραι
Χαράλαμπος Άννινος, 1896
Αθηναίοι γραφιάδες, χωριανάλογα και τα σκυλιά της Πόλης αποκτούν τη σαρδόνια και τρυφερή φωνή ενός χρονογράφου της δεκαετίας του 1880 και του 1890.
Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα.
Εὐέλπιδες
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Δώδεκα ιστορίες νέων ανθρώπων στο χείλος των πάντων — πόλεμος, θάλασσα, πρώτος έρωτας — από έναν γιατρό που έζησε τον πόλεμο από κοντά και τον μετέτρεψε σε σφιχτή, λυρική πεζογραφία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Ηρώων τέκνα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι πολιτικές σάτιρες και οι ιστορίες που κοιτάζουν χωρίς έλεος την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Η γλώσσα και το μετεπαναστατικό ιστορικό πλαίσιο μπορεί να θέλουν λίγη προσοχή.
- Πώς είναι το «Ηρώων τέκνα»;
- Με κοφτερό χιούμορ και σατιρική ορμή, η ιστορία ξεγυμνώνει τον εκλογικό πυρετό, κρατώντας μια ψύχραιμη, πικρή απόσταση. Ατμόσφαιρα: πάθος και γαλήνη. Μιλά για την εξουσία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Ηρώων τέκνα»;
- Αν σου άρεσε το «Ηρώων τέκνα», δοκίμασε «Οι χαλασοχώρηδες» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Αττικαί ημέραι» (Χαράλαμπος Άννινος) και «Gulliver's Travels» (Jonathan Swift).
Μια γεύση από τη ροή
The particular agony of walking into a room where everyone already knows each other.
It was, then, into the midst of this tumult and disorder that our young man advanced with a beating heart, ranging his long rapier up his lanky leg, and keeping one hand on the edge of his cap, with that half-smile of the embarrassed provincial who wishes to put on a good face. When he had passed one group he began to breathe more freely; but he could not help observing that they turned round to look at him, and for the first time in his life d’Artagnan, who had till that day entertained a very good opinion of himself, felt ridiculous.
The Three Musketeers · Alexandre Dumas
Το μόνο κατόρθωμα των διορθωτών της γλώσσας: να κάνουν τη ζωντανή μας γλώσσα θαλάσσιο τέρας.
Μόνον κατόρθωμα τῶν δῆθεν διορθωτῶν τῆς γλώσσης ὑπῆρξε ν᾿ ἀτιμάσωσι καὶ νὰ καταστήσωσιν ἄχρηστον ἐν τῷ γραπτῷ λόγω τὸν πλοῦτον τῆς λαλουμένης, χωρὶς νὰ μεταδώσωσιν εἰς τοὺς ἐκταφέντας ἀττικισμοὺς ζωὴν πραγματικήν, ἥτις διὰ μόνου τοῦ στόματος, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ καλάμου, δύναται νὰ ἐμφυσηθῇ. Τὴν αὐτὴν δυσάρεστον αἴσθησιν κατήντησεν οὕτω νὰ προξενῇ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ προσθήκη καὶ ἡ παράλειψις τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ, καὶ ἡ χρῆσις καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς δοτικῆς πλείστων ὀνομάτων, καὶ τὸ «σεῖς» καὶ «ὑμεῖς», καὶ ἡ «μύτη» καὶ ἡ «ρίς», καὶ τὸ «ἐπρόσφερα» καὶ τὸ «προσήνεγκον», καὶ τὸ «ἐδάγκασα» καὶ τὸ «ἔδηξα» καὶ ἀναρίθμητα ἄλλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ταλαντεύεται ὁ γράφων ὡς ναυτιῶν θαλασσοπόρος μεταξὺ Χαρύβδεως καὶ Σκύλλης.
Πάρεργα · Εμμανουήλ Ροΐδης
Being starved by someone who calls it love.
The more my wrong, the more his spite appears: What, did he marry me to famish me? Beggars, that come unto my father’s door, Upon entreaty have a present aims; If not, elsewhere they meet with charity: But I, who never knew how to entreat, Nor never needed that I should entreat, Am starved for meat, giddy for lack of sleep, With oaths kept waking and with brawling fed: And that which spites me more than all these wants, He does it under name of perfect love; As who should say, if I should sleep or eat, ’Twere deadly sickness or else present death.
The Taming of the Shrew · William Shakespeare
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή


