Η ζωή του χωριού
Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872–1923), 1914
A Corfiot village where a dance, a handkerchief and a rumour can decide a woman's whole life. Theotokis writes rural Greece without a trace of gloss. The prose moves at a village pace, lyrical about nature and love, with a steady undercurrent of longing and melancholy.
Feels like longing, melancholy and passion. About love, society and nature.
Who it’s for
You may like it if you enjoy rural Greek life rendered plainly, where dances, gossip and small gestures carry real weight. The 1914 demotic Greek and the slow accumulation of village talk may ask for patience.
Why read it
It offers an unsentimental view of how village society shapes a life, and nature writing that stays close to the ground.
Pages from the book
What a nightingale does to two people who have to leave.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν. She is sure the trees and stones are about to tell on her.
Η Μαργαρίτα επήγαινε· κι ωρολογιότουν απελπισμένη τι έμελλε να προέλθει από την γκαρδιωμένην αγάπη, που ’χε αθέλητα γεννηθεί στην καρδιά της και που τόσο τρανά είχε ριζοβολήσει μέσα της· με πίκρα εστοχαζότουν τους περασμένους καιρούς, τη χαμένην ησυχία της, τη χαμένη παρθενική αγνότη της ψυχής της. Και ταραγμένη από το κάλεσμα του αντρός που ’χε κάμει σκλάβους του το λογισμό της και την καρδιά της, διαβαίνοντας από τα σύσκοτα μονοπάτια, εσκιαζότουν. Εσκιαζότουν τον κόσμο όλο, γιατί υπόψιαζε πως όλοι κακόγνωμα την παραμόνευαν, πως όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, εγνώριζαν το κατηγορημένο γκάρδιωμά της· εφοβούτουν, στη σκοτούρα της, και τα ίδια τα δέντρα και τες άψυχες πέτρες, γιατί, στην αψιωμένη φαντασία της, όλα είχαν τη μπόρεση ν’ αποχτήσουν της λαλιάς τη χάρη, για να μαρτυρήσουν το κατάκαρδο πάθος της, το γλυκό τυράγνιο της ψυχής της, που οι άνθρωποι το ’βλεπαν ανάντελο και ντροπερνό. Spring comes, and with it the reputation she cannot undo.
Ο χειμώνας είχε περάσει· και τα δέντρα εφούσκωναν από τους καινούργιους χυμούς, κι εξαναζούσαν θερμασμένα από τες αχτίδες του ανοιξιάτικου ήλιου. Στο χωριό οι δουλευτάδες εργαζόνταν τη γης, επαράδιναν μ’ ελπίδες την οψιμιά στον κόρφο της, εκλάδευαν τ’ αμπέλια, και από τον ολόμερο κάματο εξαναρχόνταν κάθε βράδυ κουρασμένοι. Στο σπίτι του Πέτρου Κλάδη δεν εμιλούσαν πλια για τον καβγά της αποκριάς, ουδέ για τη Μαργαρίτα και ο ίδιος ο Πέτρος εφαινότουν να ’χε λησμονήσει την προσβολή. Επήγαινε και κείνος κάθε μέρα με την εργατιά του στον κάμπο, κι εδούλευε τα χωράφια του. Αλλά η Μαργαρίτα εζούσε ανήσυχη. Της είχε βγει κακό όνομα από την ημέρα του χορού· οι γυναίκες την εκακομελετούσαν, ο κόσμος την εκοίταζε με υποψία. Και το καταλάβαινε· αλλά μέσα της την εθέριζε ένας πόθος αδάμαστος. Κωνσταντίνος Θεοτόκης.Count Theotokis, a Corfiot aristocrat, wrote in demotic Greek and was among the first to translate Dostoevsky into Greek; he died of cancer at fifty-one, leaving this novel to be published posthumously.
Books that feel like this
More by Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1912
On the threshing floor and in the vineyards of old Corfu, a young woman's honour is staked against a rich man's promise, and the village watches.
Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922
The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.
Κάιν
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1913
A shepherd kills his brother over a flock and then has to live in the same house, the same village, the same skin afterward.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Η ζωή του χωριού for me?
- You may like it if you enjoy rural Greek life rendered plainly, where dances, gossip and small gestures carry real weight. The 1914 demotic Greek and the slow accumulation of village talk may ask for patience.
- What is Η ζωή του χωριού like?
- The prose moves at a village pace, lyrical about nature and love, with a steady undercurrent of longing and melancholy. Feels like longing, melancholy and passion. About love, society and nature.
- What should I read after Η ζωή του χωριού?
- If you liked Η ζωή του χωριού, try Ἡ Βλαχοπούλα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), Μεταφράσεις (Τέλλος Άγρας) and Φθινόπωρο (Κωσταντίνος Χατζόπουλος).
A taste of the feed
Two people meet again in an empty park and discover memory is not the same for both.
Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, ξάφνω, τὰ σχήματα περᾶσαν των δυονών. Τὰ χείλια ἔχουν λυτά, τὰ μάτια ἔχουν σβηστά καὶ μόλις ποὺ τ’ακούς τὰ λόγια τους σωστά. Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, δυὸ φαντάσματα ἔφεραν πίσω τὸν καιρό. -Τὴ θυμᾶσαι τὴν μέθη μας την περασμένη; -Κι ἂν τὴ θυμᾶμαι ἢ ὄχι, τί σημαίνει; -Τὸ καρδιοχτύπι της γιὰ μὲ πάντα ἡ καρδιά σου τό ’χει; Στ’όνειρο τὴν ψυχή μου ἀκόμα τηνε βλέπεις;— Ὄχι
Μεταφράσεις · Τέλλος Άγρας
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Φθινόπωρο · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Beauty arrives with a warning attached.
Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . .
Η κερένια κούκλα · Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed