Κάιν
Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872–1923), 1913
A shepherd kills his brother over a flock and then has to live in the same house, the same village, the same skin afterward. The prose is plain and lyrical, the mood heavy with dread, and the pace slows under family grief and power.
Feels like dread, grief and longing. About family and power.
Who it’s for
You may like it if you want village life rendered with moral pressure and a plain, lyrical voice. The demotic Greek of 1913 can feel archaic and the claustrophobia is unrelenting, so it asks for patience with language and bleakness.
Why read it
It shows how one violent act keeps echoing through a household and a community, in prose that brings Russian moral intensity into Greek village life.
Pages from the book
When you imagine the worst version of yourself, is it because the neighbours already see it?
Ο Κώστας Λάμπουρας εκοίταξε ολόγυρά του ανταριασμένος. Είχε ακούσει από το στόμα της γυναικός του εκείνην την ίδια φωνή που του μιλούσε από τα βαθύτατα σπλάχνα του, πώς ήξερε τώρα και κείνη της ψυχής του το σάλαγο, τους κρουφούς λογισμούς του; - Και ξάφνως η ανυπόταχτη φαντασιά του τον έκαμε να ιδεί μίαν τρομερήν εικόνα: - Είχε κάμει το φόνο· κι επερνούσε από τη μέση του χωριού του με το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι, φεύγοντας τρεχατά, και ο κόσμος όλος τον εκοίταζε περίτρομος κι έστρεφε αλλού το πρόσωπο, προφέροντας με καταφρόνια το καταραμένο τ’ όνομα του πρωτότοκου γιου του πρωτόπλαστου: - «Ο Κάης, ο Κάης!» Από τα τώρα άρχιζε να τον κράζει έτσι η γυναίκα του. Μα ο κόσμος δεν ήξερε τι του ’χε κάμει ο κακός αδερφός· δεν εγνώριζε την αδικία· έβλεπε μοναχά το φόνο κι εκατηγορούσε. When the thought of what you've done starts to glow, the knife slips out of your hand.
Και τώρα η Φωνή εμίλησε πάλε από τα βαθύτατα σπλάχνα του: - «Κάη» του ’πε «το πες και το ’καμες· γέψου το έργο σου». Κι ο φονιάς εσυλλογίστη τρομασμένος πώς να γλιτώσει κι η πρώτη του ιδέα ήτουν να φύγει: ο αδερφός του ήταν ακόμα ζωντανός κι εμπορούσε να μολοήσει όλα· και τότες έβαλε βουλή να τον αποτελειώσει για μία και έτσι να γλιτώσει ο ίδιος από τη ντροπή και την τιμωρία. Έπιασε το μαχαίρι. Μα η ελεεινή θέα του λαβωμένου τον εμπόδισε να φέρει σε τέλος τη σκέψη του, και χωρίς να το θέλει έσβησε το φως. Αλλά τότες του φάνηκε πως οι πληγές που ο ίδιος τες είχε ανοίξει έφεγγαν· πως το αίμα, που έβαφε το κύμα, έφεγγε και κείνο, και το μαχαίρι του ’πεσε από τα χέρια. The moment you understand that someone was never as much under your thumb as you imagined.
«Μου ’φυγε χωρίς να υποψιάζω· ναι, μου το ’χε πει λίγες μέρες οπίσω, αλλά τον άφηνα να λέει· δεν πίστευα να τολμούσε. Α, αν το ’ξερα, δε θα τον άφηνα με κανέναν τρόπο· καλύτερα ή θα σκοτωθούμε, καλύτερα τον έσφαζα! Μα, μ’ εγέλασε. Κι εφανταζόμουνα πως μ’ ελογάριαζε, πως ήταν υποταγμένος στη θέλησή μου, πως τ’ άρεσε να δουλεύει για το σπίτι μας, για τη φαμιλιά! Μου ’ψαλλε κάθε μέρα πως παντρειά δεν ήθελε, κι ο κόσμος έλεγε όλος πως μ’ αγάπουνε· τώρα με μίας άσκωσε κεφάλι, έκαμε ό,τι του κατέβηκε στο μυαλό, ό,τι δεν ήθελα. Και δεν επρόβλεψε τη στενοχώρια που μας προσμένει, μ’ όλο που το ’ξερε πως θα υποφέρουμε, πως εγώ κι η φαμιλιά μου θα υποφέρει· γιατί αυτός βρίσκει και ζει όθε κι αν πάει. Κωνσταντίνος Θεοτόκης.Theotokis was a Corfiot count who wrote in demotic Greek and translated Dostoevsky and Tolstoy, bringing the Russian novel's moral claustrophobia into Greek village life.
Books that feel like this
More by Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1912
On the threshing floor and in the vineyards of old Corfu, a young woman's honour is staked against a rich man's promise, and the village watches.
Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922
The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.
Η ζωή του χωριού
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914
A Corfiot village where a dance, a handkerchief and a rumour can decide a woman's whole life. Theotokis writes rural Greece without a trace of gloss.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Κάιν for me?
- You may like it if you want village life rendered with moral pressure and a plain, lyrical voice. The demotic Greek of 1913 can feel archaic and the claustrophobia is unrelenting, so it asks for patience with language and bleakness.
- What is Κάιν like?
- The prose is plain and lyrical, the mood heavy with dread, and the pace slows under family grief and power. Feels like dread, grief and longing. About family and power.
- What should I read after Κάιν?
- If you liked Κάιν, try Ο πύργος του ακροπόταμου (Κωσταντίνος Χατζόπουλος), Ἡ Φόνισσα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) and Καλλίτσα (Αργύρης Εφταλιώτης).
A taste of the feed
Η ζωή σου είναι μια σειρά αποφάσεις ή ένα ποτάμι που σε σέρνει;
Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.
Ο πύργος του ακροπόταμου · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
A hand closes over a baby's mouth, and the room goes quiet.
Ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἐπνίγη. Μίαν χεριὰν ἀκόμη ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ ἡ Φραγκογιαννού. Μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα, τοῦ ἔσφιξε δυνατὰ τὸν λαιμόν… Εἶτα ἐμάζωξε τὸ λεπτὸν πανίον διὰ νὰ τὸ ρίψῃ πάλιν ἐπάνω τῆς στεφάνης. Ἡ χείρ της προσέκοψεν εἰς τὴν σανίδα, κ᾽ ἔκαμε μικρὸν θόρυβον. Ἡ γραῖα, ἥτις δὲν ἐκοιμᾶτο βαρέως, ἐξύπνησεν. Ἀνετινάχθη, ἐσκίρτησεν. Εἶδε τὴν Φραγκογιαννοὺ ν᾽ ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της καὶ ν᾽ ἀποχωρῇ, ἀνεγειρομένη ἐπὶ τῶν γονάτων, ὀπίσω εἰς τὴν θέσιν της.
Ἡ Φόνισσα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
A life can look enviable until its final page is written.
Αλλοί σας γενεές θνητών, πως η ζωή σας τίποτε, τίποτε δεν αξίζει! Ποιος τάχα, ποιος θε να ’ν’ αυτός ο ζηλεμένος ο θνητός,που πιότερη ευτυχία φέρει παρ’ όσηνε χρειάζεται ευτυχισμένος να φανή, κι έπειτα στην κακομοιριά να πέση; Τη δική σου πέρνοντας εγώ παράδειγμα την τύχην, δυστυχισμένε Οιδίπου, κανέναν δεν καλοτυχίζω.
Οιδίπους Τύραννος · Σοφοκλής
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed