Φθινόπωρο
Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1868–1920), 1917
★ 3.26 from 84 ratings on Goodreads
A grown man sits by the sea and lets a single autumn unspool — childhood, first love, a sister's death — in prose that moves like light on water. A melancholy, lyrical drift through memory and coastal light, paced like an unhurried autumn afternoon.
Feels like melancholy, longing and tenderness. About memory, love and nature.
Who it’s for
You may like it if you enjoy lyrical, memory-soaked prose and coastal nature writing. Its image-heavy, impressionistic style is unhurried and light on plot, so it asks patience.
Why read it
It offers a quiet, sensuous immersion in memory and landscape, and a chance to meet a landmark of Greek impressionist prose.
Pages from the book
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. A happiness so complete it can only be described by what the body does.
Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. The sky stops being weather and starts becoming a country.
Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα — μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. Κωσταντίνος Χατζόπουλος.Hatzopoulos was a poet and critic from Agrinio who spent years in Germany; Φθινόπωρο, published in 1917, is his only completed novel and a landmark of Greek impressionist prose.
Books that feel like this
More by Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Ο πύργος του ακροπόταμου
Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1915
A crumbling tower by the river, three sisters and a name to protect: a story about how the need for respect eats people alive. Set before the reader's eyes.
Αντάρτης
Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1914
A volunteer poet joins the 1912 Balkan War expecting glory and finds mud, rumours and a moon over the ridge. The dream of a Greater Greece as it actually felt.
Η Αννιώ
Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1894
A poor shop boy loves the neighbour's daughter, leaves to make his fortune, and comes back twenty years later to a town that remembers him better than he remembers himself.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Φθινόπωρο for me?
- You may like it if you enjoy lyrical, memory-soaked prose and coastal nature writing. Its image-heavy, impressionistic style is unhurried and light on plot, so it asks patience.
- What is Φθινόπωρο like?
- A melancholy, lyrical drift through memory and coastal light, paced like an unhurried autumn afternoon. Feels like melancholy, longing and tenderness. About memory, love and nature.
- What should I read after Φθινόπωρο?
- If you liked Φθινόπωρο, try Μεταφράσεις (Τέλλος Άγρας), Ανέκδοτα ποιήματα (Μαρία Πολυδούρη) and Η ζωή του χωριού (Κωνσταντίνος Θεοτόκης).
A taste of the feed
Two people meet again in an empty park and discover memory is not the same for both.
Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, ξάφνω, τὰ σχήματα περᾶσαν των δυονών. Τὰ χείλια ἔχουν λυτά, τὰ μάτια ἔχουν σβηστά καὶ μόλις ποὺ τ’ακούς τὰ λόγια τους σωστά. Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, δυὸ φαντάσματα ἔφεραν πίσω τὸν καιρό. -Τὴ θυμᾶσαι τὴν μέθη μας την περασμένη; -Κι ἂν τὴ θυμᾶμαι ἢ ὄχι, τί σημαίνει; -Τὸ καρδιοχτύπι της γιὰ μὲ πάντα ἡ καρδιά σου τό ’χει; Στ’όνειρο τὴν ψυχή μου ἀκόμα τηνε βλέπεις;— Ὄχι
Μεταφράσεις · Τέλλος Άγρας
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
What a nightingale does to two people who have to leave.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
