Μαζώχτρα
Αργύρης Εφταλιώτης (1849–1923), 1900
A Cretan girl is caught loving the wrong man. A village turns its gossip into a weapon, and an older story of blood and honour begins to breathe. Village gossip and old blood-honour press against a tender love story, told in lyrical, unhurried prose with a current of dread.
Feels like longing, dread and tenderness. About love and death.
Who it’s for
You may like it if you enjoy short fiction set in Cretan villages, where love and reputation collide and the prose carries a folkloric lilt. The early demotic Greek, with dialect words and older turns of phrase, can make it slow going for readers used to modern Greek.
Why read it
It gives you a compact, vivid sense of how a community's talk can turn intimate feeling into public danger, and it shows demotic Greek doing lyrical work.
Pages from the book
For once, the world is enough. Not every page has to move.
Δεν άργησε να ζυγώσει τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί από κάτω καθίζει, και γεύεται τ’ απλοϊκό της φαγί. Άψε σβήσε το γιόμα της. Λες κι ήτανε πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθιά, μα αυτή την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε όρεξη να πλαγιάσει απάνω σε μερικά, κιτρινόφυλλα που θάρρειες πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα πιότερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα το ’να με τ’ άλλο απάνω στους κλώνους. Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξένοιαστα, και κοίταζε την ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της. Beauty has a lineage. So does slavery.
Πολλά, θα μου πεις, τα τόσα παινέδια για μια μαζώχτρα. Το σκαρί της όμως δεν ήταν από μαζώχτρες. Εκεί καταστάλαξε, μα πούθε ξεκίνησε, ένας Θεός το κατέχει. Α με πολυσφίξεις, θα σου αποκριθώ πώς ξεκίνησε από λαμπρότερων αιώνων αγκάλες, από τα μακαρισμένα τα χρόνια που οι αθάνατοί μας τεχνίτες βρίσκανε πρότυπα όπου κι αν πρωτογύρευαν. Και τάχα τι παράξενο να κατέβαινε από τα δοξασμένα εκείνα τα ύψη; Όλα τα είχε της ελληνικής ομορφιάς, εξόν το κατιτίς εκείνο που είναι της σκλαβιάς κι όχι της λευτεριάς, της ψυχής κι όχι της μορφής, μα έχει δεν έχει θ’ ανέβει και στη μορφή, και πότε σ’ όλη την όψη μας περιχυέται, πότε δυο τρία της μέρη διαλέγει και φωλιάζει εκεί μέσα. Από την πανώρια εκείνη τη μαζώχτρα διάλεξε τα ψιλούτσικα τα χείλη, το σαγόνι το μυτερό, τα παράπηχτα φρύδια. One squeezed hand, and every sensible plan goes up in flames.
Σαν κατέβηκε ο Πανάγος, δεν ήταν πια και πολύ θολωμένος ο νους του· δεν απορούσε τι να κάμει και τι να πει· παρά εκεί που το κράταγε αυτή ακόμα το τσαμπί και το γλυκοκοίταζε, σκύβει να φιλήσει το χνουδάτο της μάγουλο. Έβαλε τον αγκώνα της η Ασήμω, σα να τον αποσπρώξει. Πιάνει τότες εκείνος το χέρι της και το γλυκοσφίγγει. Αυτό το γλυκοσφίξιμο, αυτή η αμίλητη η προξενιά της κρύφιας αγάπης, τα ’καμε όλα τα γνωστικά του συστήματα, όλους τους σοβαρούς λογισμούς του και τις νοικοκυρεμένες ξαποφασιές του — όλα φωτιά και φλόγα τα γύρισε. Μέθυσε ο Πανάγος κακό μεθύσι. Όσο για την Ασήμω, μεθυσμένη καθώς ήταν τώρα και χρόνια, και μεθύσι ακόμα πιο σημαντικότερο, της φιλοδοξίας και της μεγαλωσιάς, φόβο δεν είχε πια τώρα. Αφήκε δίχως την παραμικρή συμμάζεψη τ’ ολόζεστό της αίμα και πήρε βράση και βράση. Αργύρης Εφταλιώτης.Eftaliotis, born in Lesbos, wrote in demotic Greek and promoted the popular language against the purist katharevousa. He translated Homer into demotic Greek.
Books that feel like this
More by Αργύρης Εφταλιώτης
Καλλίτσα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1923
A British traveller hunts for a Cretan village family, and finds the island's stories: the siege, the plague, the abducted children. Told at a fireside pace.
Η Αγγέλικα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A schoolteacher arrives in a small Aegean village and quietly upends it — a comedy of vanity, custom and the price of polish, told in the island's own singing dialect. In Greek. Nothing is modernised. He was a merchant in London and Bombay before he came home to Lesbos and helped make demotic Greek a literary language. In 1904 he published a collection of Greek folk songs, the same songs his village girls sing here.
Φυλλάδες του Γεροδήμου
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A sharp, funny, moving collection of vignettes about Greek life and character, told by a master of demotic prose who believed the language of the people could carry the weight of literature.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Μαζώχτρα for me?
- You may like it if you enjoy short fiction set in Cretan villages, where love and reputation collide and the prose carries a folkloric lilt. The early demotic Greek, with dialect words and older turns of phrase, can make it slow going for readers used to modern Greek.
- What is Μαζώχτρα like?
- Village gossip and old blood-honour press against a tender love story, told in lyrical, unhurried prose with a current of dread. Feels like longing, dread and tenderness. About love and death.
- What should I read after Μαζώχτρα?
- If you liked Μαζώχτρα, try Ἡ Βλαχοπούλα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), Ανέκδοτα ποιήματα (Μαρία Πολυδούρη) and Ανέκδοτα (Λορέντζος Μαβίλης).
A taste of the feed
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
He travelled the whole creation, and came back with a single, uncomfortable discovery.
«Τὴν πλάση ἐγύρισα ὅλη· εἶδα κ’ ἐλάλησα· ἐγὼ, πλασμένος ἐπιτούτου άπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἐδέχτηκα στὸ νοῦ μου κ’ ἐπρόφερα γιὰ τ’ ἄλλα του ἔργα, — ἐξανάδωσά του ἔπαινον ἢ κατάκριση τῆς πλάσης του· ἐμιλοῦσα καταπῶς ἔβλεπα. Ἔτσι ἐγὼ γιὰ τοῦ Ὕψιστου ἀναφέρω τὰ ἔργα, ὡς ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ, — εἶν’ ὅλα ἀγάπη, μὰ ὅλα εἶναι νόμος. Τοῦ κριτῆ τ’ ἀξίωμα ἀφίνω τώρα ποῦ αὐτὸς μοῦ δάνεισε. Ὅλες μου οἱ μπόρεσες, ποῦ ἔχουν προορισμὸ νὰ τὸν ἰδοῦν μιαν ἄβυσσο ἐκερδίσαν ἐκεῖ ποῦ μόνη μιὰ σταξιὰ δροσούλας ἐρωτήθη.
Ανέκδοτα · Λορέντζος Μαβίλης
What a nightingale does to two people who have to leave.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed