Η κερένια κούκλα
Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867–1911), 1911
In turn-of-the-century Athens, desire and grief blur into landscapes, music and the changing seasons. The prose moves in a slow, lyrical hush, full of seasonal images and longing, with grief and desire never far apart.
Feels like melancholy, passion and tenderness. About love, death and nature.
Who it’s for
You may like it if you enjoy lyrical, image-heavy fiction about desire and loss in old Athens. The Greek is old-fashioned and sometimes ornate, so it asks for patience with its period diction.
Why read it
It offers an atmospheric way to meet Christomanos's lyrical voice and a vanished Athens, where feeling is carried by music, weather and flowers.
Pages from the book
Beauty arrives with a warning attached.
Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . . Some lives are felt most deeply in silence.
Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια — ζουν και δε μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια: τη βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από εκείνους που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται — γιατί μπορεί και λέγεται με λόγια. . . A ring of trees makes its own sky.
Σα χεροπιασμένες στέκονταν ένα γύρο οι μυγδαλιές έτοιμες να χορέψουν. . . Μα δε σαλεύανε, γιατί ανάμεσα τους άνοιγε ένα ολοστρόγγυλο αλωνάκι, που ζούσαν εκεί απόμονα πανάψηλα χορτάρια και λουλούδια μύρια. Κάτι βάτα, ακόμα ξερά, μ’ αγκύλες, ήταν ολόγυρα πηχτοφυτρωμένα κ’ έτσι δε φαινόταν τίποτ’ απ’ τον κόσμο κι ούτε καν ο ουρανός απ’ αυτό το λουλουδιασμένο αλωνάκι, πούμοιαζε κούνια ή κρεββάτι νυφικό κάτω απ’ τον άσπρο Θόλο πούκαναν τα ολάνθιστα κλαριά. Αλήθεια είχαν κάνει άλλον ουρανό δικό τους οι μυγδαλιές με τάνθη της παρθενιάς που στέλνει η Περσεφόνη απ’ του Πλούτωνος την κλίνη, κάθε άνοιξη, στις Κ ό ρ ε ς του απάνω κόσμου. Κωνσταντίνος Χρηστομάνος.Christomanos was a writer and playwright who also served as Empress Elisabeth of Austria’s Greek tutor and confidant.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Η κερένια κούκλα for me?
- You may like it if you enjoy lyrical, image-heavy fiction about desire and loss in old Athens. The Greek is old-fashioned and sometimes ornate, so it asks for patience with its period diction.
- What is Η κερένια κούκλα like?
- The prose moves in a slow, lyrical hush, full of seasonal images and longing, with grief and desire never far apart. Feels like melancholy, passion and tenderness. About love, death and nature.
- What should I read after Η κερένια κούκλα?
- If you liked Η κερένια κούκλα, try Ἡ Δασκαλομάννα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), Ανέκδοτα ποιήματα (Μαρία Πολυδούρη) and Η ζωή του χωριού (Κωνσταντίνος Θεοτόκης).
A taste of the feed
What a school looks like when the noise can be heard from two hundred paces away.
Ἀλλὰ πρὸ ἡμισείας ὥρας, ἐάν τις διήρχετο εἰς ἀπόστασιν διακοσίων βημάτων ἔξωθεν τοῦ σχολείου, θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο θηριοτροφεῖον εἰδικὸν διὰ θῶας τῆς ἐρήμου καὶ δι’ ἄλλα ἀνήσυχα ἀγρίμια. Τὰ παιδία ἐχόρευαν, ἐπήδων, ἐσκίρτων, ἐφώναζαν, διεπληκτίζοντο, ἐγέλων, ἔκλαιον. Ἦτο θέρος καὶ καύσων πνιγηρός. Παμμιγὴς βοὴ ἀνήρχετο διὰ τῶν ὀκτὼ ἀνοικτῶν μεγάλων παραθύρων, ἐχόντων ὅλα σχεδὸν τὰ ὑαλία σπασμένα καὶ τὰ πλεῖστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τοὺς στροφεῖς ἐσκωριασμένους. Τὰ θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, ἐφαίνοντο ὡς σχεδίαι πλέουσαι ἐντὸς τοῦ κύματος τῶν παιδικῶν κεφαλῶν. Ἡ διδασκαλικὴ ἕδρα ὑψηλή, μὲ τὰ φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ὡμοίαζε μὲ βάρκαν ξουριασμένην μακρὰν τοῦ λιμένος ὑπὸ τοῦ ἀνέμου.
Ἡ Δασκαλομάννα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
What a nightingale does to two people who have to leave.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed