Φθινόπωρο
Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1917
A grown man sits by the sea and lets a single autumn unspool — childhood, first love, a sister's death — in prose that moves like light on water.
Pages from Φθινόπωρο that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη. A happiness so complete it can only be described by what the body does.
Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ’ αυτό. Και σώπαινε. Κ’ έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κι’ έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ’ έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ’ έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ’ εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά. The sky stops being weather and starts becoming a country.
Έξω δεν έβρεχε, μα ο ουρανός ήταν βαρύς και σταχτερός, και η κορυφή του αντικρινού βουνού μέσα στα σωριασμένα σύννεφα φαινόταν σαν κρατήρας που σκόρπιζε καπνό. Έπειτα ο αέρας ανέμιζε τα σύννεφα και κείνα έπαιρναν σχήματα παράξενα· φούντωναν σε δάσος με στριμωχτά πυκνά τεράστια δέντρα, γίνονταν μολυβόμαυρα ψηλά βουνά, πελώριοι όγκοι πάγων μουντόλευκων που έπλεαν σε σταχτερή, μελανή θάλασσα κ’ έσπαζαν απάνω στα βουνά κ’ έσμιγαν με τη θάλασσα και γίνονταν και κείνα θάλασσα κ’ έπειτα υψώνονταν και πάλι σε βουνά κάτασπρα σα χιονοσκέπαστα όσο πού πάλι ξανάπλωναν σε θάλασσα — μια θάλασσα τώρα λευκή σαν παγωμένη. The night sea has a silence with something restless inside it.
Η θάλασσα ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ’ άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Στέφανος ένιωθε μόνο την υγρή πνοή τους, τη βαθειά πνοή του πόντου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σα να ήθελε να του φυλάξει τη σιωπή. Ο Στέφανος σα ν’ άκουε μέσα του όλη αυτή τη σιωπή του απέραντου μεγάλου πόντου. Του ήταν σα μια σιωπή που έτρεμε βαθιά της κάτι ανήσυχο και σάλευε κάτι κρυφό και σκοτεινό. Σταμάτησε – ήταν το ίδιο εκείνο κρυφό και σκοτεινό που τον είχε κυνηγήσει πάντα, τον ακολούθησε παντού, εδώ σα βραδινή ομίχλη σε ταξίδι, εκεί σα μελαγχολικό τραγούδι στην πρωινή χαρά. A remembered journey that may never have happened at all.
Κ’ έξαφνα πάλι θυμήθηκε το μακρινό ταξίδι του άλλοτε· ένα όνειρο· ένα όνειρο κι αυτό χαμένο: Η θάλασσα απλωνόταν σκοτεινοπράσινη έκταση κυματισμένη με μουντούς αφρούς, χαμένη πέρα σε μια ομίχλη σταχτερή. Πού πήγαινε δεν το ήξερε και τότε , ούτε τώρα το θυμάται. Θυμάται μόνο πως στο πλάι του γελούσε μια ιλαρή φωνή κ’ έφεγγαν γεμάτα φως δυο μάτια, που τ’ ακολούθησε σα χίμαιρα και σαν επαγγελία πέρα από τους πάγους. Μα οι παλιοί κύκλοι, οι κύκλοι της βροχής στη θάλασσα γέμισαν εκεί μεμιάς θαμπά τους πάγους, και το πουλί ήρθε και στάθηκε στο τζάμι. Και — ο Στέφανος τινάχτηκε — από πίσω έπαιζε κάποιος με τις κούκλες της αδερφής που πέθανε. The sea goes grey, and a grief returns in the shape of rain rings.
Γύρω άρχισε να σκοτεινιάζει, και η θάλασσα είχε βαφεί με χρώμα κίτρινο που χλόμιαζε ολοένα σιγοσβήνοντας σε σταχτερή άχνα. Και του Στέφανου, καθώς κοίταζε τη θάλασσα, του φάνηκε πως γέμισε όλη με τους κύκλους που την είδε να γεμίζει το σκοτεινό απομεσήμερο που πέθαινε η μικρή αδερφή. A dull light in a window, and a man walking straight at it.
Ο Στέφανος δε στάθηκε στη θάλασσα. Στο καφενείο απέναντι στη λέσχη έπαιζε πάλι μουσική· δε στάθηκε ν’ ακούσει. Δεν ξέρει γιατί γύρισε μόνο και κοίταξε στην προκυμαία τους γλόμπους, που το φως τους έτρεμε μέσα σε μια γαλανωπή ομίχλη. Και προχώρησε. Τώρα δε σερνότανε σκυφτός, μα βάδιζε ίσια, σα να πήγαινε σε κάτι που ήξερε πως τον περίμενε· ήξερε, έβλεπε πως τον περίμενε, έβλεπε το φως που είχε ανάψει στο παράθυρο κ’ έμενε ακίνητο και τον περίμενε. Ωχρά, θαμπά και μελαγχολικά έφεγγε μπροστά του αυτό το φως, όμως η λάμψη του έσβηνε ό, τι άλλο είχε δοκιμάσει να ταραχτεί και να σαλέψει μέσα του πρωτύτερα. Και βάδιζε ίσα στο φως αυτό. A windmill's sails that almost turn, and don't.
Ο Στέφανος έκαμε να στρέψει, μα η Μαρίκα του έδειχνε την ίδια ώρα σε άλλο μέρος. Σ’ ένα λόφο που άφησαν πίσω, άπλωνε ένας μύλος τα μεγάλα του πλατιά πανιά· μια πνοή έκανε να τα κινήσει και σαλεύαν μια στιγμή· μα η πνοή δεν είχε δύναμη και σταματούσαν κ’ έμεναν πάλι σα δεμένα. Η Μαρίκα τα κοίταζε σα να περίμενε τον άνεμο να τα κινήσει, και τα ξαναέδειξε του Στέφανου. Κωσταντίνος Χατζόπουλος, 1917
A grown man sits by the sea and lets a single autumn unspool — childhood, first love, a sister's death — in prose that moves like light on water.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.