Ζωή
Γεράσιμος Μαρκοράς (1826–1911), 1898
A Greek poet of the Ionian school turns birdsong, sea, mothers and lost youth into tight, singing stanzas — poetry that still has the smell of salt on it. Birdsong, sea air and remembered youth come through in tight, singing stanzas with a tender, nostalgic pull.
Feels like nostalgia, tenderness and melancholy. About memory, nature and love.
Who it’s for
You may like it if you enjoy lyrical 19th-century Greek poetry about nature, mothers and lost youth. The polytonic spelling and heavily accented demotic make the stanzas slower going for readers new to older Greek.
Why read it
It offers a salt-air voice from the Ionian school, where private grief and landscape are sung in compact, musical lines.
Pages from the book
Flowers that bloom and die without a single person seeing them.
Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουνκ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν·δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνειβρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει.Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχειμὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχειτοῦ πόνου μου τὸ κῦμα,σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα. The word a baby says before it knows what a word is.
Μάνα! - Δὲ βρίσκεταιλέξη κἀμμίανἄχῃ στὸν ἦχο τηςτόση ἁρμονία·σὰν ποιὸς νὰ σ’ ἄκουσεμὲ στῆθος κρύο.Ὄνομα θεῖο;Παιδὶ ἀπὸ σπάργαναζωμένο ακόμα,μὲ χάρη ἀνοίγονταςγλυκὰ τὸ στόμα,γυρνάει στὸν ἄγγελοποῦ τ’ άγκαλιάζεικαί, μάνα, κράζει. An old tree asked to speak on behalf of the dead.
Μεγάλη ἐλιά, τὸν ἴσκιο σου γιὰ ’λίγο ἀκόμα δός μου,ἄχ, θἄρθῃ γλήγορα ἡ στιγμὴποῦ θ’ ἀναπάψω τὸ κορμὶστὸν ἴσκιο τ’ ἄλλου κόσμου.Παρακαλῶ σε ἀνθρώπινη πάρε φωνὴ καὶ πές μουσὰν πόσοι κάθησαν ἐδῶ,ποῦ λυπημένα τραγουδῶ,καλοὶ προπάτορές μου;Πές· ὅταν κλείσω ἀξύπνητα τὸ κουρασμένο μάτι,ὅταν μ’ ἐκείνους πάω μαζί,ἀπὸ τὸ εἶναι μου νὰ ζῇθ’ ἀκολουθήσῃ κἄτι; Γεράσιμος Μαρκοράς.Markoras was born in Cephalonia and spent much of his life in Corfu, where he moved in the same circles as Solomos and the Ionian poets, writing a rich, heavily accented demotic that resisted the Athens purists.
Books that feel like this
More by Γεράσιμος Μαρκοράς
Χάρος
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898
Nineteenth-century Heptanesian poems on death, orphanhood and the dead we keep talking to — written by a poet who buried a brother and made elegy feel like tenderness.
Ο Αρίονας
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
The poet Arion, thrown into the sea by pirates, sings for his life — a Greek romance of music, rescue, and a love that turns poison into honey.
Λυρικά
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
A Heptanesian poet of the generation after Solomos writes of exile, graves and the small consolations of song — direct, musical, and startlingly modern in its grief.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Ζωή for me?
- You may like it if you enjoy lyrical 19th-century Greek poetry about nature, mothers and lost youth. The polytonic spelling and heavily accented demotic make the stanzas slower going for readers new to older Greek.
- What is Ζωή like?
- Birdsong, sea air and remembered youth come through in tight, singing stanzas with a tender, nostalgic pull. Feels like nostalgia, tenderness and melancholy. About memory, nature and love.
- What should I read after Ζωή?
- If you liked Ζωή, try Συλλογές (Κωστής Παλαμάς), Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) and Ποιήματα (Ιωάννης Πολέμης).
A taste of the feed
He is ten and holds his prize; a girl across the room is crying, and only now does he understand why.
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχους γεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους. Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου, το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του, και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοια και το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένια με το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα, και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα. Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα— εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα, κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ. Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη, και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό της πικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
Συλλογές · Κωστής Παλαμάς
At night, things without names walk through your room.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου, τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.
Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Φθινόπωρο · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed