Εὐέλπιδες
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), 1899
Twelve stories of young men on the edge of everything — battle, the sea, first love — written by a doctor who watched war at first hand and turned it into taut lyric prose. Taut, lyrical stories that shift from dry humor to wonder and sudden drama, with a doctor's cool eye and a nostalgic ache.
Feels like humor, wonder and nostalgia. About identity, war and freedom.
Who it’s for
You may like it if you enjoy short fiction about young men facing war, the sea and first love, told in vivid, old-fashioned Greek. The polytonic spelling and 1899 idiom can make the prose slow going, so it helps to read Greek with some patience.
Why read it
These twelve stories show war and youth without sentimentality, and Karkavitsas's habit of noting where and when he wrote gives them a logged, lived-in immediacy.
Pages from the book
He did everything to be noticed, and the worst part was that no one noticed.
Τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν εἶχε στὰ χέρια του· δὲν ἦτο ἄλλωστε τῆς ἐποχῆς. Ἤθελε ὅμως νὰ κάνῃ νὰ τὸν προσέξουν στὴν ἀγορά, νὰ τὸν πειράξουν ὅπως ἄλλοτε, νὰ θυμώσῃ, νὰ βρίσῃ, νὰ γίνῃ ντόρος γύρω του. Ἀλλὰ τίποτα! Κανεὶς δὲν τὸν ἐπρόσεξε. Αὐτὸ τὸν ἐσκύλιαζε περισσότερο· τὰ γένια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν καὶ τὰ πόδια του νὰ μὴν τὸν βαστάζουν γερά. Ὡστόσο ἐπέμενε νὰ κοιτάζῃ προκλητικά, ἔσπρωξε δύο τρεῖς μὲ τὶς πλάτες, τάχα κατὰ λάθος καὶ τέλος ἐφώναξε μυστικὰ βζίτ! βζίτ! τάχα πὼς τὸ φωνάζει ἄλλος. Καὶ ἔτσι ὅμως ἡ ἴδια ἀδιαφορία. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔσπρωχνε ἢ ποὺ πατοῦσε, πάγαιναν πάρα πέρα, ἐφυλάγοντο· μὰ οὔτε λέξη τοῦ ἔλεγαν, οὔτε γύριζαν νὰ τὸν κοιτάξουν. Ἐφρένιασε ὁ ἄνθρωπος. The one who looks like a murderer across the square is the first to become a child at the table.
Τὸ νόστιμο εἶναι ποὺ μοναχός του καθένας ἔκανε τὴν ἐντύπωση κακούργου. Ἀμίλητος, ἀγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Ἂν τὸν συναντοῦσες μπροστά σου θ᾿ ἀπόφευγες νὰ τοῦ εἰπεῖς: καλημέρα. Ὅταν ὅμως ἔσμιγαν μεταξύ τους ἄλλαζαν ἀμέσως· γίνονταν παιδιά. Δὲν ἤθελαν τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ γύρω σ᾿ ἕνα νταβᾶ, μὲ τὸ ρουμπίνι στὸ ποτηράκι νὰ κουτσοπίνουν καὶ νὰ φλυαροῦν γιὰ ὅλα τὰ πράγματα τῆς κοινωνίας, γιὰ ὅλα τὰ ἀνδρόγυνα, γιὰ ὅλα τὰ νιτερέσια. Καὶ τὸ ἔκαναν ἐλαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, ἄκακα. Ὧρες ἔτσι ἐπερνοῦσαν. Καὶ ὅταν ἐτελείωναν μὲ τοὺς ἄλλους ἄρχιζαν καὶ μεταξύ τους. Ἡ μύτη τοῦ ἑνός, τὸ χτένισμα τοῦ ἄλλου, τὸ φόρεμα τοῦ τρίτου, τὸ περπάτημα τοῦ τέταρτου ἦσαν τόσες ἀφορμὲς γιὰ γέλια, γιὰ παρανόματα, γιὰ πειράγματα ἀφάνταστα. Καὶ στὸ φαγί τους ἀκόμη ἐπροσπαθοῦσαν ὁ ἕνας νὰ πειράξῃ τὸν ἄλλον. A smell of the sea so strong it makes a man cry at the table.
Ὁ Λινάρδος ἐκοίταξε τὸν φίλο του μὲ ἀπορίαν καὶ ζήλια μαζί. Ἀμέσως ἔνοιωσε νὰ τοῦ γαργαλίζῃ τὴ μύτη ὀσμὴ τῆς θαλάσσης τόσο δυνατὴ ποὺ τὸν ἔκαμε νὰ δακρύσῃ· ἡ γλώσσα του χωρὶς νὰ θέλῃ ἔσκασε ἀπολαυστικὰ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του. Εἶδε ἐμπρός του τὰ μεγάλα ὄστρακα τῆς πίνας μισοανοικτὰ νὰ στάζουν ἅλμη καὶ νὰ ὑπόσχονται ἀπολαύσεις, ὅπως τὰ βελουδένια κουτιὰ γαργαλίζουν τὴ γυναίκα. Καὶ ἔπειτα πάλι εἶδε τὸ κρέας της μέσα στὸ πιάτο καρυκευμένο μὲ κρεμμυδάκια ψιλὰ ψιλὰ μὲ μαϊδανὸ νὰ μοσχοβολᾶ γαργαλιστικὰ μὲ τὴν σάλτσαν μελανήν. Ανδρέας Καρκαβίτσας.Karkavitsas served as a doctor in the war of 1897 and would begin stories by noting the hour and place of writing, as if they were ships' log entries.
Books that feel like this
More by Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
A begging mastermind and a priestess of superstition in a Thessalian village that will pay for a baby to stay away. Appalling, funny, exact.
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Sailors, sponge-divers and captains tell of the sea's justice, its monsters and its dead, in stories that turn folk belief into salt-stung literature.
Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911
A comic, merciless anatomy of election fever in post-revolutionary Mesolongi, where the sons of heroes trade glory for votes and turn a portrait into a god.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Εὐέλπιδες for me?
- You may like it if you enjoy short fiction about young men facing war, the sea and first love, told in vivid, old-fashioned Greek. The polytonic spelling and 1899 idiom can make the prose slow going, so it helps to read Greek with some patience.
- What is Εὐέλπιδες like?
- Taut, lyrical stories that shift from dry humor to wonder and sudden drama, with a doctor's cool eye and a nostalgic ache. Feels like humor, wonder and nostalgia. About identity, war and freedom.
- What should I read after Εὐέλπιδες?
- If you liked Εὐέλπιδες, try Ο δωδεκάλογος του Γύφτου (Κωστής Παλαμάς), Η Αγγέλικα (Αργύρης Εφταλιώτης) and Οδύσσεια (Όμηρος).
A taste of the feed
To be truly free, first learn to rule yourself. Then give yourself away.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
The outsider who falls harder for a place than the people who live in it
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης
A dog recognises its master first, and can only wag a tail.
Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης, ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει. Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια, ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.” Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν, σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ’ αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει, ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει, ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ’ εἶχε φύγει ἐκεῖνος στὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ’ ἄλλους καιρούς οἱ νέοι τὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια. Τώρα, π’ ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένο στὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε, ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθε τὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα.
Οδύσσεια · Όμηρος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
