Εὐέλπιδες
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Twelve stories of young men on the edge of everything — battle, the sea, first love — written by a doctor who watched war at first hand and turned it into taut lyric prose.
Pages from Εὐέλπιδες that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
He did everything to be noticed, and the worst part was that no one noticed.
Τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν εἶχε στὰ χέρια του· δὲν ἦτο ἄλλωστε τῆς ἐποχῆς. Ἤθελε ὅμως νὰ κάνῃ νὰ τὸν προσέξουν στὴν ἀγορά, νὰ τὸν πειράξουν ὅπως ἄλλοτε, νὰ θυμώσῃ, νὰ βρίσῃ, νὰ γίνῃ ντόρος γύρω του. Ἀλλὰ τίποτα! Κανεὶς δὲν τὸν ἐπρόσεξε. Αὐτὸ τὸν ἐσκύλιαζε περισσότερο· τὰ γένια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν καὶ τὰ πόδια του νὰ μὴν τὸν βαστάζουν γερά. Ὡστόσο ἐπέμενε νὰ κοιτάζῃ προκλητικά, ἔσπρωξε δύο τρεῖς μὲ τὶς πλάτες, τάχα κατὰ λάθος καὶ τέλος ἐφώναξε μυστικὰ βζίτ! βζίτ! τάχα πὼς τὸ φωνάζει ἄλλος. Καὶ ἔτσι ὅμως ἡ ἴδια ἀδιαφορία. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔσπρωχνε ἢ ποὺ πατοῦσε, πάγαιναν πάρα πέρα, ἐφυλάγοντο· μὰ οὔτε λέξη τοῦ ἔλεγαν, οὔτε γύριζαν νὰ τὸν κοιτάξουν. Ἐφρένιασε ὁ ἄνθρωπος. The one who looks like a murderer across the square is the first to become a child at the table.
Τὸ νόστιμο εἶναι ποὺ μοναχός του καθένας ἔκανε τὴν ἐντύπωση κακούργου. Ἀμίλητος, ἀγέλαστος, σκυθρωπός, μισάνθρωπος. Ἂν τὸν συναντοῦσες μπροστά σου θ᾿ ἀπόφευγες νὰ τοῦ εἰπεῖς: καλημέρα. Ὅταν ὅμως ἔσμιγαν μεταξύ τους ἄλλαζαν ἀμέσως· γίνονταν παιδιά. Δὲν ἤθελαν τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ γύρω σ᾿ ἕνα νταβᾶ, μὲ τὸ ρουμπίνι στὸ ποτηράκι νὰ κουτσοπίνουν καὶ νὰ φλυαροῦν γιὰ ὅλα τὰ πράγματα τῆς κοινωνίας, γιὰ ὅλα τὰ ἀνδρόγυνα, γιὰ ὅλα τὰ νιτερέσια. Καὶ τὸ ἔκαναν ἐλαφρά, χαρωπά, λεπτά, τσουχτερά, γελαστά, ἄκακα. Ὧρες ἔτσι ἐπερνοῦσαν. Καὶ ὅταν ἐτελείωναν μὲ τοὺς ἄλλους ἄρχιζαν καὶ μεταξύ τους. Ἡ μύτη τοῦ ἑνός, τὸ χτένισμα τοῦ ἄλλου, τὸ φόρεμα τοῦ τρίτου, τὸ περπάτημα τοῦ τέταρτου ἦσαν τόσες ἀφορμὲς γιὰ γέλια, γιὰ παρανόματα, γιὰ πειράγματα ἀφάνταστα. Καὶ στὸ φαγί τους ἀκόμη ἐπροσπαθοῦσαν ὁ ἕνας νὰ πειράξῃ τὸν ἄλλον. A smell of the sea so strong it makes a man cry at the table.
Ὁ Λινάρδος ἐκοίταξε τὸν φίλο του μὲ ἀπορίαν καὶ ζήλια μαζί. Ἀμέσως ἔνοιωσε νὰ τοῦ γαργαλίζῃ τὴ μύτη ὀσμὴ τῆς θαλάσσης τόσο δυνατὴ ποὺ τὸν ἔκαμε νὰ δακρύσῃ· ἡ γλώσσα του χωρὶς νὰ θέλῃ ἔσκασε ἀπολαυστικὰ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του. Εἶδε ἐμπρός του τὰ μεγάλα ὄστρακα τῆς πίνας μισοανοικτὰ νὰ στάζουν ἅλμη καὶ νὰ ὑπόσχονται ἀπολαύσεις, ὅπως τὰ βελουδένια κουτιὰ γαργαλίζουν τὴ γυναίκα. Καὶ ἔπειτα πάλι εἶδε τὸ κρέας της μέσα στὸ πιάτο καρυκευμένο μὲ κρεμμυδάκια ψιλὰ ψιλὰ μὲ μαϊδανὸ νὰ μοσχοβολᾶ γαργαλιστικὰ μὲ τὴν σάλτσαν μελανήν. A man so stingy he still believes he saves money when someone else pays.
Ἔξαφνα ὅμως ἕνα σύγνεφο παρουσιάστηκε εἰς τὸν γελαστὸν ὁρίζοντα τῆς συντροφιᾶς. Ὁ Μπαρμπα-Λινάρδος. Ἦταν καὶ αὐτὸς τῆς ἀγορᾶς, μαγαζάτορας μὲ ὑπόληψη. Ἀλλὰ πασίγνωστος γιὰ τὴν τσιγκουνιὰ καὶ τὴν λιχουδιά του. Ποτὲ δὲν καθότανε σὲ καφενεῖο ἢ σὲ κρασοπουλειό, παρὰ ὅταν ἐπλήρωνε ἄλλος. Τὸν πρωινὸ καὶ τὸν μισημεριάτικο καφέ του, τὸν ἔπινε στὸ σπίτι γιατὶ ἐδικαιολογεῖτο - ἐσυχαινότανε νὰ πίνῃ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Μπαλαρῆ. Οὔτε σὲ κουρεῖο, ἐπάτησε ποτέ. Δύο φορὲς τὸν χρόνο ἔκοβε τὰ μαλλιά του καὶ τότε κατέφευγε εἰς τὴν προβατοψαλλίδα τοῦ φίλου του Μπακαφούκα, ποὺ εἶχε μάθει τὴν τέχνη ἐπάνω εἰς τὴν ράχη τῶν προβάτων του. A café so old that no one remembers it opening, or the men who run it.
Οἱ δύο πρῶτοι ἐκρατοῦσαν συντροφικὰ ἕνα καφενὲ στὸ Σταυροπάζαρο. Ἀπὸ πότε τὸν εἶχαν δὲν θυμοῦνται, καὶ οἱ ἴδιοι. Οὔτε ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους τοῦ χωριοῦ ἠμποροῦσε νὰ μαρτυρήσῃ κανείς. Ὅλοι θυμοῦνται καὶ τὸν καφενὲ καὶ τοὺς ἐνοικιαστᾶς ἴδιους καὶ ἀπαράλλακτους. Τὸ πρῶτο μὲ τοίχους γεμάτους ἀράχνες, μὲ ὀροφὴ κατάμαυρη, τὸ πάτωμα ἄπλυτο κι αἰωνίως βρεμένο· τοὺς καθρέφτες καὶ τὰ κάδρα σκεπασμένα ἀπὸ μυγοκαθίσματα· τοὺς πάγκους μὲ ξεσχισμένους μουσαμάδες καὶ τὴ τζαμαρία σκεπασμένη μ᾿ ἕνα ξεβαμμένο μπουγασί. Τοὺς καφετζῆδες οὔτε καθαρότερους οὔτε χαρωπότερους ἀπὸ τὸν καφενέ τους. Κοντοὶ καὶ οἱ δύο, κακοτράχαλοι, μὲ κεφάλια ὠχρὰ καὶ μακρουλὰ σὰν πεπόνια, ὅταν δὲν ἐκοιμῶντο εἰς τὶς καθέκλες τους ἐβημάτιζαν σὰν ὑπνωτισμένοι. Ὅταν τοὺς ἔβλεπες μὲ τὸ δίσκο ἢ μὲ τὸν ναργιλὲ νὰ πηγαίνουν εἰς τοὺς πελάτες, ἐνόμιζες ὅτι τὰ πράγματα ποὺ κρατοῦσαν ἔσυραν αὐτοὺς παρὰ ἐκεῖνοι τὰ πράγματα. The table watches a man eat as if he hasn't eaten in weeks.
Καὶ ἀληθινὰ ἐπήγαινε καὶ παραπήγαινε. Οἱ μποῦκες κατέβαιναν ἡ μία πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη σὰν οἱ χάντρες τοῦ κομπολογιοῦ. Ἡ συντροφιὰ στὴν ἀρχὴ διασκέδαζε μὲ τὴν ἀχορταγιά του. Κατάπινε τὰ κομμάτια, κατασύντριβε τὰ κόκαλα, ἐξέσχιζε τοὺς τένοντας, ἐρουφοῦσε τὸ μεδούλι καὶ κατέβαζε τὰ ποτηράκια ἀπανωτά, σὰν νὰ ἐνήστευε βδομάδες. Ἡ συντροφιὰ ἔκοβε τὸ μάσημα, ἐδιηγοῦντο ἀνέκδοτα, κοροϊδεύονταν, γελοῦσαν, ἐπειράζοντο. Ἐκεῖνος ἐμάσα κι ἔπινε ἀμίλητος. A grocer decides his shop should look like a salon, and paints the walls with ancient wisdom.
Δὲν περιορίστηκε μόνον νὰ τυλίξῃ καὶ τὰ σαρδελοβάρελα μὲ χρωματιστὰ χαρτιά, ἀλλὰ ἀφοῦ ἔβαψε τὰ ράφια μὲ χτυπητὰ χρώματα, ἀφοῦ ἔστρωσε τοὺς τοίχους μὲ χρυσόχαρτα καὶ ἅπλωσε χάρτινες χρωματιστὲς καδένας ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη χιαστὶ στὸ ταβάνι, ἅπλωσε εἰς τοὺς τοίχους ἀρχαῖα ρητά: Μηδὲν ἄγαν. Εἷς οἰωνὸς ἄριστος· ἀμύνεσθε περὶ πάτρης. Χρόνου φείδου. The one marketing trick that actually worked on his customers was a bucket of cold water.
Ἐκτὸς δύο ἢ τριῶν ποὺ ἠμποροῦσαν νὰ τὰ διαβάσουν καὶ νὰ τὰ ἐννοήσουν, οἱ περισσότεροι τὰ ἔπαιρναν καὶ αὐτὰ γιὰ κεντήματα. Ὅλα ὅμως αὐτὰ δὲν ἐτραβοῦσαν πελατείαν. Μόνον κατὰ τὸ κοντόβραδο ὅταν ἐσκόλαζαν οἱ ἐργάτες, εἶχε κάποιο νταραβέρι χάρις εἰς τὴν συνήθειαν ποὺ καὶ αὐτὴν ἐκληρονόμησε ἀπὸ τὸν πατέρα του. Ἐσυνήθιζε δηλαδὴ νὰ ρίχνῃ ἕνα τενεκὲ νερὸ στὸ πηγάδι καὶ οἱ ἐργάτες ἦσαν βέβαιοι ὅτι μαζὶ μὲ τὸ ρακὶ θὰ πιοῦν καὶ ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό. Ἀλλὰ τόσο τοῦ ἔφτανε. Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Twelve stories of young men on the edge of everything — battle, the sea, first love — written by a doctor who watched war at first hand and turned it into taut lyric prose.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.