BookFeed Ελληνικά

Books like Εὐέλπιδες

If Εὐέλπιδες stayed with you, these share its feel: humor, wonder and identity. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Εὐέλπιδες · Ανδρέας Καρκαβίτσας

  1. 1.Ο δωδεκάλογος του Γύφτου

    Κωστής Παλαμάς, 1907

    Also freedom and wonder. The Gypsy comes to a holidaying city with a lyre and a fiddle, and refuses every throne offered him. Twelve songs on freedom, labour and art.

    Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχονταςκι ο εξουσιαστήςτου θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σουγίνε δουλευτής.Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα,ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώναμεσα στο κανάλι του λαού·ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητουςτου μεγάλου έργου τού συντροφικού.Γρίκησε τι λέει το δέντροπου το κόψαν και το κάμανε καράβι:«Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστηη παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
  2. 2.Η Αγγέλικα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Also wonder and nostalgia. A schoolteacher arrives in a small Aegean village and quietly upends it — a comedy of vanity, custom and the price of polish, told in the island's own singing dialect. In Greek. Nothing is modernised. He was a merchant in London and Bombay before he came home to Lesbos and helped make demotic Greek a literary language. In 1904 he published a collection of Greek folk songs, the same songs his village girls sing here.

    Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
  3. 3.Οδύσσεια

    Όμηρος, -750

    Also nostalgia and war. The first road movie: a soldier spends ten years trying to get home, and every detour is a chance to get lost, forget who he is, or tell a very good story about it.

    Ὅμως τὴ λύσσα τῆς κοιλιᾶς δὲ δύνεσαι νὰ κρύψης,ποὺ ἡ ἔρμη ἀρίθμητα δεινὰ στὸν κόσμο πάντα φέρνει.Γιὰ κείνην ἀρματώνουνται καλόζυγα καράβια,ποὺ σκίζουνε τὰ πέλαγα καὶ τοὺς ὀχτροὺς χτυπᾶνε.”Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν,σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ’ αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει,ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει,ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ’ εἶχε φύγει ἐκεῖνοςστὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ’ ἄλλους καιρούς οἱ νέοιτὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.Τώρα, π’ ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένοστὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε,ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθετὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα.
  4. 4.Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου

    Πηνελόπη Δέλτα, 1911

    Also war and wonder. A Byzantine emperor's border war seen through two boys: one a hostage learning to keep his Greek, one a spy learning what loyalty costs. Adventure with an ache underneath. During Bulgaria's wars, a Byzantine patrol guards a captured officer only to realize their captive is a child. The passage lingers on a small, pointed deed rather than a battle. A nuance of the game. The transaction is a game. Trust is the casualty. The stakes are not the city but the person. The story is about the war of the Byzantines. The passage is set in a real eleventh-century raid. The emperor is both a conqueror and a man. The pulse of the marchers. The wounded captive is forced to march. His fall is the image. The sentence is almost without ornament. The book is авантура. The book is a historical novel for young readers, set in the eleventh-century wars of Basil II in the Balkans, where two Greek boys are taken into Bulgarian captivity. A patriotic adventure that also knows what war does to the people fighting it.

    Και πολλήν ώρα δε μίλησαν πια. Στο κάστρο, πάνω από το κεφάλι τους, οι χαρούμενες φωνές λίγο - λίγο ησύχαζαν. Οι Βούλγαροι, χορτασμένοι από αίμα και σφαγές, είχαν χαιρετίσει τη νίκη τους με ό,τι κρασί βρέθηκε στο φρούριο και, αποκαμωμένοι από της νυχτιάς τους κόπους, έγερναν να κοιμηθούν. Η νύχτα ήταν ήσυχη, φύλλο δεν κουνούσε. Από το μαύρο ουρανό τ’ άστρα τους κοίταζαν με τα χρυσά τους φωτεινά μάτια, άψυχα, παγωμένα στην ολύμπια αταραξία τους, αδιαφορώντας για τους ανθρώπινους πόνους που δεν έφθαναν στα ύψη τους. Κάτω, στο ριζό του βράχου, το ποτάμι, φουσκωμένο από τις τελευταίες βροχές, μούγκριζε ανάμεσα στις πέτρες, και ο ήχος του ανέβαινε θυμωμένος, τάραζε την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας.
  5. 5.Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη

    Δημήτριος Αινιάν, 1833

    Also war and identity. A comrade-in-arms writes up the brilliant, impossible, barefoot general of the Greek Revolution — from the man who followed him, took his notes, and got wounded beside him.

    «Ἄτρομος πάντοτε εἰς τοὺς πολέμους, ἀτρομώτερος πολὺ ἐφάνη καθ’ ὃ διάστημα ἦτον ἀρχηγὸς τῶν κατὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα στρατευμάτων· τότε εἶχε ψωμὶ καὶ αὐτός, ὅταν εἶχαν καὶ οἱ ἀγαπητοί τοῦ Ἕλληνες· ἡ κλίνη του ἦτον κλίνη ἁπλοῦ στρατιώτου· πρωταγωνιστὴς ἐπαρουσιάζετο, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀγῶνος ὅλην τὴν ἀπέδιδεν εἰς ἄλλους· ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν παληκαριάν, ὡς παληκάρι καὶ ὁ ἴδιος, τὴν ἐτιμοῦσεν ὅπου τὴν ἔβλεπε καὶ τὴν ἀντάμειβε πλουσιοπάροχα· τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν ἀνδρείαν τοὺς ἔκραζε κατ’ ὄνομα, ὅταν ἐξεσπάθωνεν ἐν καιρῷ μάχης, διὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν· ἔβγανε τὰ πιστόλια του ἀπὸ τὴν μέσην του καὶ μὲ αὐτὰ εἰς ἀνταμοιβὴν παληκαριὰς ἐστόλιζε τοῦ παληκαριοῦ τὴν μέσην· ἔλυε τὴν ζώνην του καὶ ἔδιδεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ τὸ ὕστερον νόμισμά του».
  6. 6.Στο Χριστό στο Κάστρο

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

    Also wonder and war. A priest vows to hold Christmas liturgy in a ruined cliff-top church. To keep it, he must cross a winter sea with his parish.

    Εὐτυχῶς δέν ἐχιόνιζεν, ἀλλ’ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σαρωμένος ἀπό τόν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τό πρῶτον τέταρτον, καί εἶχε δύσει πρό πολλοῦ. Τά ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τό στερέωμα, ἡ πούλια ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τόν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καί ἡ ἄρκτος καί ὁ ἀστήρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μέ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἔφρισσεν ὑπό τήν πνοήν τοῦ βορρᾶ, καί ἠκούοντο τά κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου τήν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικῶς ἀπήντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περί τήν πρῷραν τῆς μεγάλης καί δυνατῆς βάρκας.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.