Το κόνισμα
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), 1922
Μια σκαλιστή σανίδα βγαίνει στο γιαλό, το χωριό τη λέει θάμα κι ένας σπουδασμένος αρνείται να γονατίσει. Μια κωμική, ανελέητη ματιά στην πίστη του πλήθους. Η αφήγηση ενώνει λαϊκή πίστη και σάτιρα, με κωμικό αλλά ανήσυχο τόνο και κοφτερή ματιά στις αντιδράσεις του χωριού.
Ατμόσφαιρα: φόβος, δέος και γαλήνη. Μιλά για την πίστη, την ηθική και τον θάνατο.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν οι ιστορίες που εξετάζουν με χιούμορ την πίστη και τη δύναμη του πλήθους. Η γλώσσα και οι τοπικές εκφράσεις πατούν σε παλιότερη εποχή, οπότε ίσως χρειαστεί να κοντοσταθείς σε ορισμένα σημεία.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για μια σύντομη, αιχμηρή ιστορία που βάζει δίπλα το θαύμα, την αμφιβολία και το συμφέρον, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν.
Σελίδες από το βιβλίο
Τι περιμένει το πλήθος να δει στο πρόσωπο ενός ανθρώπου.
Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ’ εκείνος το χέρι να κάμει το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα τού φάνηκε παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυριστά έδειχναν θυμό και αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια καθότανε κορόνα σταυροφόρα· κι άλλη κορόνα πιο μεγάλη τα ’σμιγε από πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρογα σταφύλια. Μα το μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμει σεβαστό ήταν οι σταυροί του. Τίποτ’ άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτεί και τι να κάμει. Ο κόσμος τον είδε κ’ ένας με τον άλλον στύλωσαν όλοι τα μάτια καταπάνω του. Θέλεις να δράσεις, αλλά το σώμα σου δεν υπακούει.
Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σαν να ζητούσε συχώρεση για του χωριού του την ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσανε άθελα στο κόνισμα. Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το σεβασμό, ερχόταν επάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα λάβαρα, όλα τ’ αναγέλαε. Του ήρθε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Είπε να χυθεί απάνω του, να τ’ αρπάξει από τα χέρια των παλικαριών και να το ποδοκυλήσει χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε· μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο Τσαϊπάς, θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ’ αυτόν τα θάματά του. Μα δεν ήταν τέτοιος κ’ ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο μονόλογος κάποιου που έπαψε να πιστεύει, αλλά δεν έπαψε να νοιάζεται.
Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός τού σήκωσε κάθε άλλο αίστημα. Τι διάβολο! Σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν το ’παιρναν τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δεν θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε η τυφλή πίστη να τους δικαιώσει. Ή αν το ’παιρναν για σημάδι άλλης εποχής, της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ’ αυτό οι παλιές ελπίδες· ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει; Μα όχι· τίποτ’ απ’ αυτά. Λείπουν κ’ η τυφλή πίστη και το μεγάλο τ’ όνειρο. Λείπουν, έσβησαν, πάνε. Κ’ ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! Έμεινε και θα μείνει στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμιά, η βαγαποντιά! Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ’ οι παπάδες που στηθοδέρνονται και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν έχουν το θάρρος ν’ αντικρίσουν το ψέμα, ν’ ανοίξουν τα μάτια των τυφλών, να χαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Ανδρέας Καρκαβίτσας.Ο Καρκαβίτσας σπούδασε ιατρική και ταξίδεψε για χρόνια ως γιατρός σε πλοία, μαζεύοντας ιστορίες ναυτικών και τη νησιώτικη λαλιά που γεμίζουν τα έργα του. Πέθανε από φυματίωση το 1922.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα.
Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911
Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Το κόνισμα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν οι ιστορίες που εξετάζουν με χιούμορ την πίστη και τη δύναμη του πλήθους. Η γλώσσα και οι τοπικές εκφράσεις πατούν σε παλιότερη εποχή, οπότε ίσως χρειαστεί να κοντοσταθείς σε ορισμένα σημεία.
- Πώς είναι το «Το κόνισμα»;
- Η αφήγηση ενώνει λαϊκή πίστη και σάτιρα, με κωμικό αλλά ανήσυχο τόνο και κοφτερή ματιά στις αντιδράσεις του χωριού. Ατμόσφαιρα: φόβος, δέος και γαλήνη. Μιλά για την πίστη, την ηθική και τον θάνατο.
- Τι να διαβάσω μετά το «Το κόνισμα»;
- Αν σου άρεσε το «Το κόνισμα», δοκίμασε «Ο φτωχός άγιος» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «The Divine Comedy» (Dante Alighieri) και «Μήτηρ Θεού» (Άγγελος Σικελιανός).
Μια γεύση από τη ροή
Η στιγμή που ένας απλός άνθρωπος καταλαβαίνει πως κάτι τον αφορά.
Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
Ο φτωχός άγιος · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
The moment a poet admits that language has finally run out.
Whereat to turn mine eyes on Beatrice My seeing nothing and my love constrained me. If what has hitherto been said of her Were all concluded in a single praise, Scant would it be to serve the present turn. Not only does the beauty I beheld Transcend ourselves, but truly I believe Its Maker only may enjoy it all. Vanquished do I confess me by this passage More than by problem of his theme was ever O’ercome the comic or the tragic poet; For as the sun the sight that trembles most, Even so the memory of that sweet smile My mind depriveth of its very self.
The Divine Comedy · Dante Alighieri
Ένα πουλί γυρίζει σπίτι ύστερα από μακρύ ταξίδι και βρίσκει τη φωλιά του.
Μικρούλα πνοή, που τη δροσιά θεϊκά το θρέφει, κοίτα πώς κυβερνάει δεξά ζερβά του τάφου του τη σαΐτα! Και νά· μια μέρα, στου σπιτιού το μεσιανό πατάρι, γοργόν, απ’ το πρωτόβραδο λιγνότερο φεγγάρι, αχαμνισμένο απ’ το μακρύ ταξίδι, καθώς σώνει την όψη ο κρύφιος έρωτας, το πρώτο χελιδόνι διανεύει ως ίσκιος άπιαστος στο δώμα απάνου κάτου, με συχνοφτερουγιάσματα τριγύρα απ’ τη φωλιά του …
Μήτηρ Θεού · Άγγελος Σικελιανός
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή

