Το κόνισμα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1922
Μια σκαλιστή σανίδα βγαίνει στο γιαλό, το χωριό τη λέει θάμα κι ένας σπουδασμένος αρνείται να γονατίσει. Μια κωμική, ανελέητη ματιά στην πίστη του πλήθους.
Σελίδες από το «Το κόνισμα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τι περιμένει το πλήθος να δει στο πρόσωπο ενός ανθρώπου.
Όταν η λιτανεία έφτασε κοντά στον Τσαϊπά, σήκωσε κ’ εκείνος το χέρι να κάμει το σταυρό του. Μα δεν τελείωσε. Το κόνισμα τού φάνηκε παράξενο· κάθε άλλο παρά κόνισμα. Δεν είδε παρά ένα δικέφαλον αητό με τα φτερά του ανοιχτά. Τα κεφάλια ζερβόδεξα με τη γλώσσα όξω και τα ράμφη γυριστά έδειχναν θυμό και αχορταγιά μεγάλη. Στα κεφάλια καθότανε κορόνα σταυροφόρα· κι άλλη κορόνα πιο μεγάλη τα ’σμιγε από πάνω. Τα νυχοπόδαρά του κρατούσανε το Σκήπτρο και μια σφαίρα με σταυρό. Και κάτω από τα πόδια του μια κορδέλα ξεδιπλωμένη είχε απάνω της γράμματα παράξενα. Τριγύρω άλλα μικροσκαλίσματα χρυσαλειμμένα, πουλιά, βαγιόκλαδα και χοντρόρογα σταφύλια. Μα το μόνο σημάδι που μπορούσε να το κάμει σεβαστό ήταν οι σταυροί του. Τίποτ’ άλλο. Ο Τσαϊπάς στάθηκε ακίνητος, μη ξέροντας τι να σκεφτεί και τι να κάμει. Ο κόσμος τον είδε κ’ ένας με τον άλλον στύλωσαν όλοι τα μάτια καταπάνω του. Θέλεις να δράσεις, αλλά το σώμα σου δεν υπακούει.
Ο Τσαϊπάς σήκωσε τα μάτια ψηλά σαν να ζητούσε συχώρεση για του χωριού του την ντροπή. Όταν τα χαμήλωσε, πέσανε άθελα στο κόνισμα. Η σανίδα ντυμένη στις χρυσαλοιφές, κυκλωμένη με του λαού το σεβασμό, ερχόταν επάνω στο ζωντανό θρόνο της με κάποια κωμική αξιοπρέπεια. Ο φοιτητής αγανάχτησε. Νόμισε πως το ξύλο ανάμπαιζε τη θρησκεία του· τους παπάδες και το λαό, τα λιβάνια και τα λάβαρα, όλα τ’ αναγέλαε. Του ήρθε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Είπε να χυθεί απάνω του, να τ’ αρπάξει από τα χέρια των παλικαριών και να το ποδοκυλήσει χάμου, μέσα στον κουρνιαχτό και τις καβαλίνες. Είπε· μα δεν έκαμε τίποτα. Τα πόδια του δε θέλησαν να πάνε μπροστά· τα χέρια του έμειναν κάτω κρεμασμένα. Τόσο που αν είχε πρόληψες ο Τσαϊπάς, θα νόμιζε πως το κόνισμα άρχισε απ’ αυτόν τα θάματά του. Μα δεν ήταν τέτοιος κ’ ήξερε καλά τον εαυτό του. Ο μονόλογος κάποιου που έπαψε να πιστεύει, αλλά δεν έπαψε να νοιάζεται.
Εκείνος δεν ταράχτηκε καθόλου· ο θυμός τού σήκωσε κάθε άλλο αίστημα. Τι διάβολο! Σάπισε λοιπόν αυτός ο τόπος! Αν το ’παιρναν τουλάχιστον όλοι για κόνισμα, δεν θα είχε κανείς αντιλογία. Έφτανε η τυφλή πίστη να τους δικαιώσει. Ή αν το ’παιρναν για σημάδι άλλης εποχής, της πεθαμένης Αυτοκρατορίας μας, πάλι καλά. Εύγε τους και τρισεύγε τους. Μπορεί να ξύπναγαν μ’ αυτό οι παλιές ελπίδες· ίσως να γινόταν δίστομο σπαθί η κοιμάμενη συνείδηση. Ποιος ξέρει; Μα όχι· τίποτ’ απ’ αυτά. Λείπουν κ’ η τυφλή πίστη και το μεγάλο τ’ όνειρο. Λείπουν, έσβησαν, πάνε. Κ’ ίσως δε θα ξαναγυρίσουν ποτέ! Έμεινε και θα μείνει στον τόπο η ψευτιά, η ραθυμιά, η βαγαποντιά! Να ο δήμαρχος, ο δικηγόρος, ίσως κ’ οι παπάδες που στηθοδέρνονται και σταυροκοπούνται μπροστά στο παλιοσάνιδο. Και γιατί; Γιατί δεν έχουν το θάρρος ν’ αντικρίσουν το ψέμα, ν’ ανοίξουν τα μάτια των τυφλών, να χαλάσουν το κέφι μερικών πεισματάρηδων. Πώς μεγαλώνει η απογοήτευση ώσπου να γίνει απειλητική.
Ο Αρλετής εσταύρωσε τα χέρια, έγυρε το κεφάλι κ’ έμειν’ εκεί άφων’ άλαλος για πολλή ώρα. Απελπισία κυρίεψε την ψυχή του σαν να ’βλεπε την εκκλησιά του γκρεμισμένη. Μωρέ! Ποτέ δεν το ’λπιζε να πάθει τέτοιο ρεζιλίκι το χωριό! ... Άξαφνα τού φάνηκε πως τα κεφάλια τού αητού κουνήθηκαν από τη θέση τους, κουλουριάστηκαν και κάμανε μαζί μια προσωπίδα μεγάλη. Τι μεγάλη προσωπίδα και τι παράξενη! Έπιανε όλο το χωριό. Όχι μόνο το χωριό, μα και τ’ άλλα περίγυρα, την Πάτρα και τον Πύργο, ακόμη και τη Ζάκυνθο. Κι όσο πήγαινε όλο μεγάλωνε. Μεγάλωνε δεξιά, μεγάλωνε ζερβά, κάτου και απάνου, ως που σκέπασε ωιμένα!... όλη την Ελλάδα. Και κοίταζε τον Αρλετή πεισματικά με τα κούφια μάτια της· τον κοίταζε και γελούσε, τον κοίταζε και χαχάνιζε σαν γρια ξεμωραμένη και μονοδοντού. Πώς φαίνεται ένα πλήθος προτού ξεχωρίσεις έστω ένα πρόσωπο.
Ένα βουνό από σκόνη μαυριδερή σέρνεται στο δρόμο, κυλιέται και προβαίνει οκνό, σαν άρρωστο. Ο ήλιος το χτυπά κατακέφαλα και το δείχνει θερίο παράξενο. Η χαίτη του κοκκινίζει και καίγεται. Κάποια σημάδια μέσα του σβήνουν και ξαναλάμπουν από στιγμή σε στιγμή, σβήνουν και ξαναλάμπουν σαν λεπίδες σπαθιών. Ακούεται βαρύς και βαθύς ο ανασασμός του, βαθύς και βαρύς σαν μακρινό μπουμπουνητό. Έπειτα ιχνογράφονται ανάερα σταυροί, ξεφτέρια, τόρτσες, φανάρια και χρυσοΰφαντα λάβαρα. Σε λίγο ξεχωρίζουν κεφάλια και ώμοι πλήθος, τουλούπες μαλλιά και γένια, πρόσωπα χλομά και μάτια θαμπωμένα, σαν αγιογραφία στον τοίχο βυζαντινού ναού. Άξαφνα ο κουρνιαχτός άνοιξε και πρόβαλαν τα παιδιά παιχνιδιάρικα· έπειτα φάνηκαν οι παπάδες με τα χρυσά τους άμφια, οι ψαλτάδες, ο δήμαρχος, οι προύχοντες και πίσω ο λαός. Ήταν όλοι ξεσκούφωτοι κ’ έδειχναν μεγάλη ευλάβεια· νόμιζε κανείς πως όλοι τους ανατράφηκαν σε μοναστήρι. Πέντε παλικάρια έφερναν στα χέρια τους μακρύστενη σανίδα, θαμπή, με πολλά σκαλίσματα. Ένας άνθρωπος που τραγουδά για τη χαρά να ακούει τον εαυτό του.
Είχε πολλά χρόνια ψάλτης ο Κώστας ο Αρλετής· μα δεν ήταν περισσότερο από τους άλλους θρήσκος. Ήταν ψηλόσωμος, ροδοκόκκινος, αράθυμος και χαροκόπος παλάβρας· με τη φωνή του μπορούσε ν’ αποστομώσει όλες τις καμπάνες τού χωριού. Κι αυτό ήταν το καύχημα του, η περηφάνια του. Τη θέση τού ψάλτη την αγαπούσε· αγαπούσε όμως και κάθε άλλη θέση που του έδινε αφορμή να δείξει τη φωνή του. Είτε στο στασίδι τής εκκλησιάς, είτε στον πάγκο της ταβέρνας, είτε σε γάμου τραπέζι ήταν ίδιος και απαράλλαχτος. Σήκωνε τα μάτια ψηλά, πλάγιαζε το κεφάλι, έπαιζε ρυθμικά τα δάχτυλα κ’ έχυνε αργυρά κύματ’ από τα χείλη του, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τ’ ήταν ο κόσμος τότε γι’ αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσκοβολισμένο περιβόλι! Όλοι περιμένουν από έναν άνθρωπο να λύσει το ζήτημα — κι εκείνος κάνει κάτι άλλο.
Γέλασε το πλήθος δυνατά με το πάθημα τού κυρ-δήμαρχου. Έπειτα έκαμε τόπο κι ανέβηκε οκνά τη σκάλα ο Γερόλυμος ο Προβατάς. Ήταν ένας γέρος νησιώτης κοσμοπερπατημένος και πολυκάτεχος. Η τύχη τον έριξε στο χωριό κι έμειν’ εκεί από χρόνια, σαν ξύλο παντοπλάνητο που κατακάθεται σε μιαν ακρογιαλιά ώστε να σαπίσει και να διαλυθεί. Από τα λόγια του κι από τα φερσίματα –μπορεί κι από τ’ άγνωστα περασμένα του– είχε καταντήσει σεβαστός και πολυζήτητος. Μόλις τον είδαν κι ανάσαναν όλοι· σκέφτηκαν πως δίχως άλλο θα τους βγάλει από τη στενοχώρια. Παραμερίσανε για να ιδεί το κόνισμα. Εκείνος μόλις το είδε σούφρωσε τα χείλη του και γύρισε τις πλάτες. Πώς διαλέγει ένα χωριό ποιος νέος αξίζει ένα καλύτερο μέλλον.
Ήταν ο Σταθόπουλος, παλιός συμμαθητής και συμφοιτητής του τώρα στα Νομικά. Ήταν νέος ζωηρός, κομψοντυμένος, με ψηλά κολλάρα και λαιμοδέτη κόκκινον. Από τότε που γράφηκε φοιτητής, φάνηκε το μέλλον του· βγήκε στον κόσμο θαρρετά, ανακατώθηκε με τους χωριάτες στο κρασοπουλειό και στον καφενέ κι άρχισε να συχνάζει στο ειρηνοδικείο· το δεύτερο χρόνο, χωρίς να πατήσει διόλου στο Πανεπιστήμιο, έκανε το δικολάβο. Κ’ είχε δουλειές, ου, πάρα πολλές δουλειές. Κανενός δε χάλαε την καρδιά· ποτέ δεν έλεγε πως έχει άδικο ο πελάτης του ή πως θα χάσει τη δίκη. Όλα μέλι-γάλα τα ’βρίσκε κ’ οι χωριάτες ήταν ενθουσιασμένοι μαζί του. Τέλος πάντων! Να που βρέθηκε κ’ ένας άνθρωπος για τη φτώχεια. Δεν έβλεπαν την ώρα πότε να ’ρθει σε ηλικία για να τον βγάλουνε βουλευτή. Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1922
Μια σκαλιστή σανίδα βγαίνει στο γιαλό, το χωριό τη λέει θάμα κι ένας σπουδασμένος αρνείται να γονατίσει. Μια κωμική, ανελέητη ματιά στην πίστη του πλήθους.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.