Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός (1849–1896), 1883
★ 4,29 από 2 χιλ. βαθμολογίες στο Goodreads
Ένα αγόρι αγρυπνά νύχτες ολόκληρες σε μια εκκλησία για την άρρωστη αδερφή του και τριάντα χρόνια αργότερα μαθαίνει τι εξομολογείται η μάνα του. Μια οικογενειακή ιστορία για την ενοχή, την πίστη και την πεισματική αγάπη. Η αφήγηση κινείται από ήσυχες παιδικές αναμνήσεις σε πένθος και αγωνία, με λυρική φωνή και έντονο ψυχολογικό βάθος.
Ατμόσφαιρα: θλίψη, φόβος και τρυφερότητα. Μιλά για τη μνήμη, την ηθική και την αγάπη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου ταιριάξει αν σε ενδιαφέρουν οι οικογενειακές ιστορίες για την ενοχή, την πίστη και την αγάπη, γραμμένες με τρυφερότητα. Η καθαρεύουσα και το λόγιο ύφος της εποχής μπορεί να θέλουν λίγη προσαρμογή, ενώ η ιστορία είναι σύντομη αλλά βαθιά τραγική.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για μια λιτή, δυνατή ματιά στο πώς η μνήμη και η οικογενειακή αγάπη μπλέκονται με την ενοχή. Είναι από τα πρώτα έργα που καθιέρωσαν το νεοελληνικό διήγημα ως σοβαρή λογοτεχνική μορφή.
Σελίδες από το βιβλίο
Ένα άρρωστο κορίτσι κρύβει φρούτα κάτω απ’ το μαξιλάρι για τ’ αδέρφια της.
Ἀπ’ ἐναντίας ἤτο πολὺ προσηνὴς πρὸς ἠμὰς καὶ μας ἠγάπα ὄλους μετὰ περιπαθείας. Και -πράγμα περίεργον- ἡ πρὸς ἡμὰς τρυφερότης τοῦ κορασίου, ἀντὶ νὰ ἐλαττούται προϊούσης τῆς ἀσθενείας του, ἀπεναντίας ηὔξανεν. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς μαύρους καὶ μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμοὺς, καὶ τὰ καμαρωτὰ καὶ σμιγμένα της ὀφρύδια, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τὸ πρόσωπον της. Πρόσωπον ἐκ φύσεως ρεμβῶδες καὶ μελαγχολικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τότε μόνον ἐπεχύνετο γλυκειά τις ἰλαρότης, ὅταν μᾶς ἔβλεπεν ὅλους συνηγμένους πλησίον της. Συνήθως ἐφύλαττεν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν της τοὺς καρπούς, οὕς αἱ γειτόνισσαι τῇ ἔφερον ὡς ἀρρωστικόν, καὶ τοὺς ἐμοίραζεν εἰς ἡμᾶς, ἐπανελθόντας ἐκ τοῦ σχολείου. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμνε πάντοτε κρυφὰ. Διότι ἡ μήτηρ μας ἐθύμωνε, καὶ δὲν ἔστεργε νὰ καταβροχθίζωμεν ἡμεῖς ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ εἴχε γευθῇ κἂν ἡ ἀσθενής της κόρη. Στρώνουν το στρώμα και ξαπλώνουν το άρρωστο κορίτσι μπροστά στην εικόνα, ως έσχατη λύση.
Ὅταν ἐξηντλήθησαν πλέον ὅλα τὰ μέσα, καὶ ὅλα τὰ ἰατρικὰ ἐδοκιμάσθησαν, τότε προσήλθομεν εἰς τὸ ἔσχατον καταφύγιον εἰς παρομοίας περιστάσεις. Ἡ μήτηρ μου ἐσήκωσε τὸ μαραμένον κοράσιον εἰς τὴν ἀγκάλην της καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἐγὼ καὶ ὁ μεγαλήτερὸς μου ἀδελφὸς ἐφορτώθημεν τὰ στρώματα καὶ ἠκολουθήσαμεν κατόπιν. Καὶ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν καθύγρων καὶ ψυχρῶν πλακῶν, πρὸ τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας, ἐστρώσαμεν καὶ ἐπλαγιάσαμεν τὸ γλυκύτερον ἀντικείμενον τῶν μεριμνῶν μας, τὴν μίαν καὶ μόνην μας ἀδελφὴν! Το χωριό πιστεύει πως το κορίτσι πρέπει να μείνει σαράντα νύχτες στην εκκλησία.
Ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἔλεγεν ὅτι εἶχεν ἐξωτικόν. Ἡ μήτηρ μου δὲν ἀμφέβαλλε πλέον περὶ τούτου, καὶ αὐτὴ ἡ πάσχουσα ἤρχισε νὰ τὸ ἐννοῇ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μείνῃ σαράντα ἡμερονύκτια ἐντὸς τῆς ἐκκλησίας, πρὸ τοῦ ἁγίου βήματος, ἐνώπιον τῆς Μητρὸς τοῦ Σωτήρος, ἐμπεπιστευμένη εἰς μόνον τὸ ἔλεος καὶ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτῶν, ἵνα σωθῇ ἀπὸ τὸ σατανικὸν πάθος, τὸ ὁποίον ἐμφωλεύσαν ἤλεθε τόσον ἀμειλίκτως τὸ τρυφερὸν τῆς ζωῆς αὐτῆς δένδρον. Σαράντα ἡμερονύκτια. Διότι μέχρι τοσούτου εἰμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ ἡ τρομερὰ ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν δαιμονίων εἰς τὸν ἀόρατον πόλεμον μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς θείας χάριτος. Μετὰ τὴν διορίαν ταύτην τὸ κακὸν ἠττάται καὶ ὑποχωρεῖ κατησχυμένον. Καὶ δὲν λείπουσι διηγήσεις, καθ’ ἅς οἱ πάσχοντες αἰσθάνονται ἐν τῷ ὀργανισμὼ των τοὺς τρομεροὺς σφαδασμοὺς τῆς τελευταίας μάχης, καὶ βλέπουσι τὸν ἐχθρὸν αὐτῶν φεύγοντα ἐν παραδόξῳ σχήματι, πρὸ πάντων, καθ’ ἥν στιγμὴν διαβαίνουσι τὰ ἅγια, ἤ ἐκφωνείται τὸ “Μετὰ φόβου”. Τι λένε οι αναγνώστες
Οι αναγνώστες αναφέρουν ξανά και ξανά ότι βυθίστηκαν στο σύντομο, τραγικό έργο και συγκλονίστηκαν από αυτό, επαινώντας το ψυχολογικό του βάθος, τη γλώσσα του και τη δυνατή συναισθηματική του κατάληξη.
Γεώργιος Βιζυηνός.Ο Βιζυηνός ήταν φιλόσοφος και ποιητής. Έγραψε το πρώτο του διήγημα το 1883· θεωρείται πως καθιέρωσε το νεοελληνικό διήγημα ως σοβαρή λογοτεχνική μορφή και διαβάζεται ακόμη ως το πρώτο νεοελληνικό διήγημα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Γεώργιος Βιζυηνός
Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
Ένας περίεργος ταξιδιώτης συναντά σ’ ένα θρακιώτικο λιβάδι έναν Οθωμανό στρατιώτη που συστήνεται ως Μοσκώβ-Σελήμ: πολέμησε τους Ρώσους, αγάπησε μια Ρωσίδα και έζησε μια ζωή δανεική.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Μια μάνα κρατά την πόρτα ανοιχτή για έναν γιο που δεν γυρίζει. Χρόνια μετά, ένας φόνος σε χωριό της Θράκης θέτει το ερώτημα: ποιος από τους ζωντανούς χρωστά λογαριασμό στους νεκρούς;
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Ένα αγόρι επισκέπτεται τον παππού του, που ισχυρίζεται πως ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου. Μια ιστορία για το πού πηγαίνουμε πραγματικά και γιατί μένουμε.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Το αμάρτημα της μητρός μου»;
- Μπορεί να σου ταιριάξει αν σε ενδιαφέρουν οι οικογενειακές ιστορίες για την ενοχή, την πίστη και την αγάπη, γραμμένες με τρυφερότητα. Η καθαρεύουσα και το λόγιο ύφος της εποχής μπορεί να θέλουν λίγη προσαρμογή, ενώ η ιστορία είναι σύντομη αλλά βαθιά τραγική.
- Πώς είναι το «Το αμάρτημα της μητρός μου»;
- Η αφήγηση κινείται από ήσυχες παιδικές αναμνήσεις σε πένθος και αγωνία, με λυρική φωνή και έντονο ψυχολογικό βάθος. Ατμόσφαιρα: θλίψη, φόβος και τρυφερότητα. Μιλά για τη μνήμη, την ηθική και την αγάπη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Το αμάρτημα της μητρός μου»;
- Αν σου άρεσε το «Το αμάρτημα της μητρός μου», δοκίμασε «Η τιμή και το χρήμα» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης), «Η Φόνισσα» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και «Ο ζητιάνος» (Ανδρέας Καρκαβίτσας).
Μια γεύση από τη ροή
Ο άντρας βλέπει τη θάλασσα να αγριεύει και φαντάζεται έναν άλλον στην αγκαλιά της γυναίκας που αγαπά.
Κι ωστόσο ο Αντρέας εσυλλογιότουν: «Τι, ένας άλλος, χειρότερος του του την έπαιρνε την κορασιά που αυτός αγαπούσε και που θα τον ευτύχιζε; Ω πόσο του τάραζε αυτή η ιδέα όλα τα σπλάχνα, πόσο τού ’σφιγγε την καρδιά που δυνατά του χτυπούσε στα στήθη!» Κι ο αγέρας εσφύριζε τώρα ανάμεσα στα σκοινιά και στ’ άλμπουρα, και η θάλασσα όλο αγρίευε, σα να ανταριαζόνταν και τα στοιχεία από τη θλίψη του. «Η Ρήνη θα επήγαινε σ’ άλλα χέρια, άλλος θα εμάλαζε το παρθενικό κορμί της, άλλος θα την είχε γυναίκα του, γιατί αυτός ο ίδιος δεν είχε τα χρήματα να ξαγοράσει το πατρικό του το σπίτι και γιατί η κυρά Επιστήμη δεν επειθότουν να δώσει τα περσότερα που του εχρειαζόνταν.»
Η τιμή και το χρήμα · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Ένα χέρι κλείνει το στόμα ενός βρέφους και το δωμάτιο σωπαίνει.
Ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἐπνίγη. Μίαν χεριὰν ἀκόμη ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ ἡ Φραγκογιαννού. Μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα, τοῦ ἔσφιξε δυνατὰ τὸν λαιμόν… Εἶτα ἐμάζωξε τὸ λεπτὸν πανίον διὰ νὰ τὸ ρίψῃ πάλιν ἐπάνω τῆς στεφάνης. Ἡ χείρ της προσέκοψεν εἰς τὴν σανίδα, κ᾽ ἔκαμε μικρὸν θόρυβον. Ἡ γραῖα, ἥτις δὲν ἐκοιμᾶτο βαρέως, ἐξύπνησεν. Ἀνετινάχθη, ἐσκίρτησεν. Εἶδε τὴν Φραγκογιαννοὺ ν᾽ ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της καὶ ν᾽ ἀποχωρῇ, ἀνεγειρομένη ἐπὶ τῶν γονάτων, ὀπίσω εἰς τὴν θέσιν της.
Η Φόνισσα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ένας πατέρας απαντά στις ερωτήσεις του παιδιού για τον θάνατο, μα δεν πετά ο ίδιος.
ΠΑΙΔΙ. Θέλω τὴ μάνα. ΠΑΤΕΡΑΣ. Ἐπέταξε καὶ στ’ ἄστρα πάει νὰ ζήσῃ. ΠΑΙΔ. Πῶς τόσο μάκρος ἄρρωστη δυνήθηκε νὰ σχίσῃ; ΠΑΤ. Ἔχουν φτερούγαις ἡ ψυχαίς. ΠΑΙΔ. Γιατὶ δὲν ταῖς ἁπλόνει Τότε ἡ δική μας, μὴν αὐτὴ τρέξῃ τ’ ἀστέρια μόνη; ΠΑΤ. Δὲν εἶναι μόνη· γύρω της φτεροκοποῦν ἀγγέλοι. ΠΑΙΔ. Ἄν ἄγγελό της μ’ ἔλεγε, κοντά της θὰ μὲ θέλῃ. ΠΑΤ. Ὤ! δίχως κάλεσμα Θεοῦ, ψηλὰ κἀνεὶς δὲν πάει. Κοιμήσου τώρα· ἡσύχασε. ΠΑΙΔ. Καὶ ποιός μοῦ τραγουδάει; ΠΑΤ. Ἐγώ, πουλάκι μου. ΠΑΙΔ. Ἐσὺ κλαῖς. ΠΑΤ. Ὄχι· ’ς ἐμὲ ἀπιθώσου.
Μικρά Ταξείδια / Χάρος · Γεράσιμος Μαρκοράς
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
