BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Ποιήματα»

Σελίδες από το «Ποιήματα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Μια προσευχή που δεν ζητά τίποτα, ούτε καν να ξαναζήσει.

Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Το φεγγάρι περνά μια νύχτα κάνοντας δουλειές σ’ ένα μικρό αγρόκτημα.

Στὸ στάβλο ἦρθ᾿ ἀπόψε τὸ φεγγάρι...Ἐκοίταξεν ἀπ᾿ τὸ παράθυρό του,εἶδε τὴν ἀγελάδα, τὸ μοσκάρι,τὸ βόδι ποὺ μασοῦσε τὸ σανό του.Στὸ κῆπο μας ἀνήσυχα γλιστροῦσε,ἀνέβηκεν ἐπάνω στὴ συκιά μας,ἐμέτρησε τὰ λίγα πρόβατά μας,εἶδε τὸ γάϊδαρό μας καὶ γελοῦσε.Πῆγε στ᾿ ἀμπέλι, πῆγε στὸ λιοστάσι,ἄκουσε τὰ κουδούνια ἀπ᾿ τὸ κοπάδι,χωρὶς κουβᾶ κατέβη στὸ πηγάδικι ἤπιε πολὺ νερὸ νὰ ξεδιψάσει.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Να λες τα βουνά μάνα σου και να το εννοείς.

Τὴ μάννα μου τὴ Ρούμελη ν᾿ ἀγνάντευα τὸ λαχταρῶ...ψηλὰ ποὺ μὲ νανούριζες καημένο Καρπενήσι!Τρανὰ πλατάνια ξεδιψοῦν στὶς βρύσες μὲ τὸ κρύο νερό.Σαρακατσάνα ροβολάει καὶ πάει γιὰ νὰ γεμίσει.Μὲ κρουσταλλένια σφυριχτὰ σὲ λόγγους φεύγουν σκοτεινοὺςκοτσύφια καὶ βοσκόπουλα μὲ τὰ λαμπρά τὰ μάτια,νερὰ βροντοῦνε στὸ γκρεμὸ καὶ πᾶνε πρὸς τοὺς οὐρανοὺςἴσια κι ὀρθὰ σὰν τὴν ψυχὴ τῆς Ρούμελης τὰ ἐλάτια.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Ένα φύλλο πέφτει με χάρη κι όλα τ’ άλλα προσπαθούν να το μιμηθούν.

Καὶ τ’ ἄλλα φύλλα, βλέποντας ἐκεῖνο μὲ ποιά γαλήνη ξεκίνησε, φρόντισαν νὰ πεθάνουν σύμφωνα μὲ τὴν ἐνθύμησή του. Δίχως τὴ βοήθεια τοῦ ἀνέμου, ἀποχαιρετώντας τὸ κλαδὶ καὶ σταματώντας γιὰ μιὰ στιγμὴ στὸν ἀέρα, σὰν πουλί, ποὺ ζυγιάζει τὰ φτερά του, ἔπεφταν μὲ κίνημα ἄξιο τῶν ψυχῶν, ποὺ γνώρισαν τὸ Μοιραῖο καὶ δὲν ἔχουν γελαστῆ.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Η γάτα στην αγκαλιά σου δέχεται μια συγγνώμη που δεν μπορεί να απαντήσει.

Μα τώρα πούχω μέσα μου ελέους κι αγάπης βρύσηπολλών ψυχών τα κρίματα μπορούσε να τα σβήσειστης γάτας το γουναρικό το χάδι μου αν γλυστρήσει.Στη μοναξιά μας την ιερή και τη βαθειά ησυχίαόταν εκείνη αργοπατεί στα μάταια τα βιβλίαδεν είναι η σιωπή μας νους, ο λόγος ανοησία;Bουβή η αφή, μα νόημα κι υπομονή γεμάτηχαϊδεύοντας τη ράχη του γυρτή, απαλή, χνουδάτη,μιλεί του ζώου για τη φριχτήν ανθρώπινην απάτη.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Ένα κυπαρίσσι περιγράφει τον εαυτό του σαν καλόγερος.

Εἶμαι τὸ δέντρο ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τῆς προσευχῆς ὅταν ἀνεβαίνειἀπὸ ἥσυχη ψυχή.Εἶμαι ἡ λόγχη ποὺ κοκκίνισε στὸ αἷμα τῆς δύσης καὶ φρουρεῖ τὸ Ἀόρατοἀπ᾿ τὴν ἄρνηση καὶ τὴν εἰρωνεία.Εἶμαι στὶς γιορτὲς τοῦ τοπίου τὸ μαῦρο ράσο ποὺ δὲν τελείωσεν ἀκόματὴ δοκιμασία του.Εἶμαι τὸ καμπαναριὸ στὸ ναὸ τοῦ πόνου καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ἔχουν σκοπὸσημαίνει τοὺς ὄρθρους καὶ τοὺς ἑσπερινοὺς ἡ σιωπή μου.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Μια ελληνική λέξη, ένα πράσινο σακάκι και τα πουλιά τον λένε διαβασμένο.

Σὰν ἔμαθε τὴ λέξη καλησπέραὁ παπαγάλος, εἶπε ξαφνικά:«Εἶμαι σοφός, γνωρίζω ἑλληνικὰτὶ κάθομαι ἐδῶ πέρα!»Τὴν πράσινη ζακέτα του φορεῖκαὶ στὸ συνέδριο τῶν πουλιῶν πηγαίνει,γιὰ νὰ τοὺς πεῖ μιὰ γνώμη φωτισμένη.Παίρνει μιὰ στάση λίγο σοβαρή,ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρακαὶ τοὺς λέει: καλησπέρα!Ὁ λόγος του θαυμάστηκε πολύ.Τὶ διαβασμένος, λένε, ὁ παπαγάλος!Θἆναι σοφὸς αὐτὸς πολὺ μεγάλος,ἀφοῦ μπορεῖ κι ἀνθρώπινα μιλεῖ!
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Οι πυραμίδες χτίστηκαν από ανθρώπους που δεν θα μάθουμε ποτέ πώς λέγονταν.

Στου πλατάνου τον ήσκιο, το μεσημέρι, ακουμπισμένοι στο χώμα,ξεκουράζονται αυτοί που δεν έχουν ιστορία — οι εργάτες.Μιλούνε κινώντας τη γροθιά των — σα να δουλέβουν. Συνοδεύει τηςαγαθές των κουβέντες η αιώνια χειρονομία που χτίζει, αυτή που ύψωσεκαταπρόσωπα του θανάτου της Πυραμίδες, το δωρικό ναό, της πέτρινεςγοτθικές προσευχές.Κανένας δε θα τους μάθει! Ξέρουν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή.Μα ενώ βυθίζονται στη λήθη των ανθρώπων, η πλάση που έχει απάνω τηςτα σημάδια της δύναμής των και της τόλμης των τους θυμάται — καθώςη γυναίκα το αντρίκιο σφίξιμο. Δίχως το λοστό στους γοφούς της, δίχωςτο φουρνέλο στην πέτρα της καρδιάς της, δίχως τον αθάνατον αχό τους,συλλογιέται πόσο θα ήταν στείρα, βαρειά απ’ την άνεργην ενέργεια καιτην άκαρπην ωμμορφιά ρωτώντας για το σκοπό της χωρίς να τον μάθη .
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Ένας πλάτανος κάνει τον μαρασμό του πολυέλαιο για μια μέρα του Δεκέμβρη.

Λίγο λίγο κιτρίνιζε. Λίγο λίγο ἔφταναν στὰ κλαριά του χρυσοὶ στοχασμοί. Ὥσπου μιὰ μέρα κρατώντας ὁλάκερο τὸ θησαυρό του, ἄστραψε μὲς στὸ σκοτεινὸ Δεκέμβρη κι ἔστησε μὲς στὸ πάρκο τὸ χρυσὸ πολυέλαιο τοῦ μαρασμοῦ του ἀκίνητο.Οὔτε ἕνα φύλλο δὲν τοῦ ἔμεινε πράσινο - τίποτε πιὰ δὲν τοῦ θυμίζει τὸν κόσμο.
— Ποιήματα, Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1934)

Ποιήματα

Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934

Ένας ήπιος ποιητής των πουλιών, των γαϊδάρων και των γριών με τη ρόκα· μικρά ποιήματα που προσέχουν τις μικρές ζωές και τις αποχαιρετούν χωρίς μελό.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.