Λυρικά
Γεράσιμος Μαρκοράς (1826–1911), 1890
Ποιήματα του Επτανήσιου ποιητή της γενιάς μετά τον Σολωμό, που γράφει για την ξενιτιά, τους τάφους και τις μικρές παρηγοριές του τραγουδιού. Άμεση, μουσική ποίηση με μια απροσδόκητα σύγχρονη ματιά στη θλίψη. Με λυρική, μουσική φωνή, τα ποιήματα πλησιάζουν αργά την ξενιτιά, το πένθος και τις μνήμες του σπιτιού.
Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, θλίψη και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο, τη μνήμη και το σπίτι.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν αναζητάς ποίηση που μιλά άμεσα για τη θλίψη, τους τάφους και όσα παρηγορούν λίγο. Η γλώσσα του 19ου αιώνα μπορεί να ακούγεται παλιά σε σημερινό αναγνώστη, παρότι η ματιά του μοιάζει απροσδόκητα σύγχρονη.
Γιατί να το διαβάσεις
Τα «Λυρικά» δείχνουν πώς το τραγούδι στέκεται δίπλα στο πένθος και την ξενιτιά. Είναι μια ευκαιρία να γνωρίσεις έναν Επτανήσιο ποιητή της γενιάς μετά τον Σολωμό.
Σελίδες από το βιβλίο
Τι λες σε έναν ξένο που η θάλασσα τού πήρε γυναίκα και παιδιά;
Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμονταςζυγόνω ἀγάλι ‘γάλικαὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου·θλίψη βαθειά, μεγάλησὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξεγυναῖκα καὶ παιδιά.Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτονὰ προσηλόνῃς πᾶψε·τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκεπές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε·αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σουἀθλία παρηγοριά. Πώς φέρνεις λουλούδια στη γιορτή της γυναίκας σου, όταν μόνο χώμα μένει στον τάφο;
Καὶ πῶς λουλούδια σήμερα στὸ μνῆμα νὰ σοῦ φέρω,ἐνῷ, γυναῖκα μου άκριβή,δύο φούχταις κόκκαλα καὶ γῆ΄ς αὐτὸ θαμμέναις ξέρω;Ἐδῶ, ποῦ χίλια ὁλόγυρα σημάδια τῆς ζωῆς σουβλέπω δακρύζοντας, ἐδῶμ’ ἣσυχη θλίψη ἐπιθυμῶνὰ κάμω τὴ γιορτή σου. Ένας ετοιμοθάνατος ζητά να δει για λίγο τα βουνά του.
Στὴν ξενιτειὰ πεθαίνω,πατρίδα μου ακριβή·θ’ ἀφήσω τὸ κορμὶσὲ χῶμα ξένο.Τοῦ κάκου αὐγὴ καὶ βράδυποθοῦσα νὰ σὲ ἰδῶ.Χριστέ! μὲ τὶ καϊμὸθὰ πάω στὸν Ἅδη!Δεῖξε μου κἃν τὴν ἔρμη,τὴ δοξασμένη γῆ,μὲ ἀπάτη σπλαχνική,βαρειά μου θέρμη! Γεράσιμος Μαρκοράς.Ο Μαρκοράς, γεννημένος στην Κεφαλονιά και φίλος του Λορέντζου Μαβίλη, έγραψε το μακροσκελές ποίημα «Ο Όρκος» για τη μάχη του Πέτα. Τα «Λυρικά» του κυκλοφόρησαν το 1890.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Γεράσιμος Μαρκοράς
Ζωή
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898
Ο Επτανήσιος ποιητής κάνει τα πουλιά, το πέλαγος, τη μάνα και τη χαμένη νιότη να τραγουδούν σε στίχους που μυρίζουν ακόμη θάλασσα.
Μικρά Ταξείδια / Χάρος
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898
Ελεγειακά ποιήματα του 19ου αιώνα για τον θάνατο, τα ορφανά και όσους συνεχίζουμε να τους μιλάμε· γραμμένα από έναν ποιητή που έθαψε τον αδελφό του και έκανε τον θρήνο τρυφερότητα.
Ο Αρίονας
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
Ο ποιητής Αρίονας ρίχνεται στη θάλασσα από πειρατές και τραγουδά για να σώσει τη ζωή του — ένα ελληνικό ρομάντζο για τη μουσική, τη σωτηρία κι έναν έρωτα που κάνει το φαρμάκι μέλι.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Λυρικά»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν αναζητάς ποίηση που μιλά άμεσα για τη θλίψη, τους τάφους και όσα παρηγορούν λίγο. Η γλώσσα του 19ου αιώνα μπορεί να ακούγεται παλιά σε σημερινό αναγνώστη, παρότι η ματιά του μοιάζει απροσδόκητα σύγχρονη.
- Πώς είναι το «Λυρικά»;
- Με λυρική, μουσική φωνή, τα ποιήματα πλησιάζουν αργά την ξενιτιά, το πένθος και τις μνήμες του σπιτιού. Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, θλίψη και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο, τη μνήμη και το σπίτι.
- Τι να διαβάσω μετά το «Λυρικά»;
- Αν σου άρεσε το «Λυρικά», δοκίμασε «Ανέκδοτα ποιήματα» (Μαρία Πολυδούρη), «Θάνατος Παλληκαριού» (Κωστής Παλαμάς) και «Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης).
Μια γεύση από τη ροή
Γιατί ο σταθμός, μόλις φύγει το τρένο, μοιάζει τόσο έρημος.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
Ένας σκύλος περνά τη νύχτα προσπαθώντας να φτάσει το κομμένο κεφάλι του αφέντη του.
Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμα καὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα. Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέται καὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι. Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια, ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα. Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται, γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμα ἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει. Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλι κι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους. Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρα καὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια, τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη:
Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Σήκωσε την πέτρα από το μυστήριο. Μη φοβηθείς το δάγκωμα.
Τοῦ μυστήριου ἀνασήκωσε τὴν πέτρα Καὶ μὴ σκιαχτῇς τὸ δάγκωμα τοῦ ἀστρίτα· Τὴν ἀλήθεια ἀκατάπαυστα ἀναζήτα Καὶ ἰδὲς ἂν εἶναι, ὡς λέν, ψυχοπονέτρα. Μία μία τὲς σαγιττιὲς τοῦ πόνου μέτρα Καὶ ἄγρυπνος τὲς πληγὲς ποῦ ἀνοίγουν κοίτα· Μηνύτρα φτάνει ἡ κάθε μιὰ σαγίττα Ἀπ’ τῆς ἄσπλαχνης Μοίρας τὴ φαρέτρα. Καὶ ἂ βρῇς ποῦ ὁ πόνος εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια, Τότες ἀπ’ τ’ ἀντριωμένα σου τὰ στήθια Γδύσου τὴν ταπεινότη τῆς ὀρφάνιας· Στῆς Ὀμορφιᾶς, στῆς Δύναμης τὴ γλύκα, Μὲ ἀλαλητὸ χαρὰς καὶ περηφάνειας Γίνε Θεός σου καὶ τὴ Μοῖρα νίκα.
Σονέτα · Λορέντζος Μαβίλης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
