1.Η Αγγέλικα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μνήμη. Μια δασκάλισσα φτάνει σ’ ένα μικρό νησιώτικο χωριό και το αναστατώνει. Κωμωδία για τη ματαιοδοξία, τις συνήθειες και το τίμημα του καλλωπισμού, γραμμένη στη ντοπιολαλιά του νησιού. Στα ελληνικά, χωρίς εκσυγχρονισμό. Ο Εφταλιώτης ήταν έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη πριν επιστρέψει στη Λέσβο, όπου βοήθησε να γίνει η δημοτική γλώσσα της λογοτεχνίας. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών· τα ίδια τραγούδια που τραγουδούν εδώ οι κοπέλες.
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.