BookFeed Ελληνικά

Books like Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

If Από την εφημερίδα «Ρωμηός» stayed with you, these share its feel: wonder, memory and nostalgia. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Από την εφημερίδα «Ρωμηός» · Γεώργιος Σουρής

  1. 1.Η Αγγέλικα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Also wonder and memory. A schoolteacher arrives in a small Aegean village and quietly upends it — a comedy of vanity, custom and the price of polish, told in the island's own singing dialect. In Greek. Nothing is modernised. He was a merchant in London and Bombay before he came home to Lesbos and helped make demotic Greek a literary language. In 1904 he published a collection of Greek folk songs, the same songs his village girls sing here.

    Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
  2. 2.Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also memory and wonder. A poet sails from Piraeus hoping for scenery and conversation, and finds a rich Indian Greek who only wants one listener for his verses. A comedy of vanity and misreading, told by a man who cannot stop narrating himself.

    Ὁ γέλως τῆς Μάσιγγας ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀκοήν μου παραδόξως ἡδεῖαν ἐντύπωσιν. Ποτὲ δὲν ἤκουσα νεάνιδα γελῶσαν τόσον εὐήχως, τόσον ἁρμονικῶς. Ποτὲ δὲν ἐγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην ἔκφρασιν, τόσην ρητορικὴν ἀκρίβειαν καὶ ποικιλίαν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι γελῶμεν, ὡς κράζουσιν αἱ χῆνες, ἀμεταβλήτως σχεδὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἐν τῷ γέλωτι τῆς κόρης ἐκείνης ἠδύνασο νὰ διακρίνῃς ὄχι μόνον τὴν ἑκάστοτε αἰτίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς φάσεις τῆς θυμικῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἐξ ἧς προήρχετο, ὑφ’ ὧν συνωδεύετο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἐν αὐτῇ τὸ ἔργον τοῦ γελᾷν δὲν ἦτο ἀνατεθειμένον εἰς τὰ σαρκικὰ νεῦρα καὶ τὰς φυσιογνωμικὰς τοῦ σώματος κινήσεις, ἀλλ’ ἐξετελεῖτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους παρ’ αὐτῆς τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῶν χορδῶν μυστηριώδους ἁρμονικοῦ τινος ὀργάνου, τοῦθ’ ὅπερ ἔκαμνε τὸν γέλωτα τῆς παρθένου νὰ εἶναι ἐκφραστικώτερος, μουσικώτερος, ἀυλώτερος πάσης ἐνάρθρου φωνῆς καὶ λογικῆς γλώσσης.
  3. 3.Ὁλόγυρα στὴ λίμνη

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1910

    Also nostalgia and memory. A man looks back at the lake, the shipyard and the girl he loved at fourteen — and at the friend who was braver than him.

    Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης!
  4. 4.Λυρικά

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890

    Also death and longing. A Heptanesian poet of the generation after Solomos writes of exile, graves and the small consolations of song — direct, musical, and startlingly modern in its grief.

    Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμονταςζυγόνω ἀγάλι ‘γάλικαὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου·θλίψη βαθειά, μεγάλησὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξεγυναῖκα καὶ παιδιά.Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτονὰ προσηλόνῃς πᾶψε·τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκεπές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε·αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σουἀθλία παρηγοριά.
  5. 5.Μεταφράσεις

    Ηλίας Βουτιερίδης, 1940

    Also wonder and longing. Greek verse translations of poems, hymns and dithyrambs from Sappho to the Greek Anthology, in a Greek poet's turning of ancient voices into his own language.

    Πῶλε Θρηικίη, τί δή μελοξὸν ὄμμασι βλέπουσανηλέως φεύγεις, δοκεῖς δέμ’ οὐδὲν εἰδέναι σοφόν;ἴσθι τοι, καλῶς μὲν ἄν τοιτὸν χαλινὸν ἐμβάλοιμι,ἡνίας δ’ ἔχων στρέφοιμίσ’ ἀμφὶ τέρματα δρόμου•νῦν δὲ λειμῶνάς τε βόσκεαικοῦφά τε σκιρτῶσα παίζεις,δεξιὸν γὰρ ἱπποπείρηνοὐκ ἔχεις ἐπεμβάτην.
  6. 6.Τετράδιον Ε'

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1847

    Also memory and death. A Leucadian poet who sang the klephts, the drowned Patriarch and the ruined marble of Olympus — verse that turns history into weather, blood and stone.

    Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει.Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει.Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτικι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι.Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει,κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος.Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένοκαὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει.Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια,ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.