Τα εφήμερα
Εμμανουήλ Ροΐδης (1836–1904), 1888
Ένας λόγιος αποκοιμιέται στις όχθες του Κηφισού και ακούει τα εφήμερα, έντομα που ζουν τέσσερις ώρες, να μιλούν για τον έρωτα, τον θάνατο και τη φήμη. Σάτιρα μεταμφιεσμένη σε φυσική ιστορία. Με ειρωνεία και ήρεμο ρυθμό, η αφήγηση αφήνει μικρά έντομα να συλλογιστούν σύντομα για τον έρωτα, τον θάνατο και τη μνήμη.
Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και μελαγχολία. Μιλά για τον χρόνο και τη μνήμη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν προτιμάς την κλασική ελληνική σάτιρα και τις φιλοσοφικές ιδέες μέσα από παράξενες, συγκεκριμένες σκηνές. Η καθαρεύουσα είναι απαιτητική και ίσως σε δυσκολέψει, ακόμη κι όταν η σκέψη του Ροΐδη παραμένει ζωντανή.
Γιατί να το διαβάσεις
Η σύντομη ζωή των εφήμερων δίνει αφορμή να δεις αλλιώς την ανθρώπινη αγωνία για τη φήμη και το μέλλον· ο Ροΐδης το κάνει με χιούμορ και σκεπτικισμό.
Σελίδες από το βιβλίο
Μεθάμε από πριν με κρασί που δεν θα πιούμε ποτέ.
Αλλόκοτον όσον και κοινόν είναι το αίσθημα το άγον ημάς να μεριμνώμεν περί γεγονότων, τα οποία ενδέχεται να επέλθωσιν, όταν δεν θα υπάρχωμεν πλέον, και ν’ αποδίδωμεν μεγάλην σημασίαν εις την περί ημών γνώμην ανθρώπων, οίτινες δεν εγεννήθησαν ακόμη. Μεθύομεν προκαταβολικώς δι’ οίνου, τον οποίον ουδέποτε θα πίωμεν. Ο πάγκοινος και ανεκρίζωτος εκ της καρδίας ημών πόθος μακράς υπάρξεως μ’ εφαίνετο κατά την στιγμήν εκείνην τόσον άτοπος και παράλογος, ώστε ησχυνόμην ν’ ανήκω εις το μωρόν και τρισάθλιον ανθρώπινον γένος και εζήλευα τας πετώσας υπεράνω του ρεύματος μικράς χρυσαλλίδας, τας οποίας επέμενα να ταυτίζω μετά των τρισολβίων εφημέρων. Το πιο τυχερό πλάσμα πεθαίνει χωρίς να γνωρίσει τον φόβο του θανάτου.
Μόνον το εφήμερον περί ουδενός έχει να σκεφθή ή ν’ αποφασίση· ζη την μικράν αυτού ζωήν πτερυγίζον χωρίς ουδέποτε να στραφή να κοιτάξη προς δεξιάν ή αριστεράν· το τέλος του επέρχεται άνευ νόσου, άνευ οδύνης και άνευ τρόμου του θανάτου· δεν αισθάνεται εξαντλουμένας του σώματος και της ψυχής του τας δυνάμεις, αλλ’ αποθνήσκει δια μιας εντός δευτερολέπτου, κατά την διάρκειαν ερωτικού σπασμού. Τρεις ώρες πετούν και μετά πέφτουν σαν χιόνι, για να τα φάνε τα ψάρια.
Τα εφήμερα δύναταί τις να παρατηρήση προ πάντων τας μεσημβρινάς ώρας του θέρους, εξορμώντα εκ του ύδατος ανά πυκνά σμήνη και ομοιάζοντα μικράς καταλεύκους πεταλούδας δύο περίπου εκατοστομέτρων μήκους. Είς τινας χώρας και ιδίως εν Βελγίω και ενιαχού της Γαλλίας είναι κατά τας υγράς ημέρας του θέρους τόσον πολλά, ώστε σχηματίζουσι νεφελώδη θόλον υπεράνω του ρύακος ή της λίμνης. Τα νέφη ταύτα μένουσι μετέωρα επί τρεις ώρας, όσον δηλ. διαρκεί ο βίος των αποτελούντων ταύτα ζωυφίων, περί δε την δύσιν της μόνης αυτών ημέρας τα πτώματα αυτών αρχίζουσι να καταπίπτωσιν ως μικραί νιφάδες χιόνος, τας οποίας καταπίνουσιν απλήστως οι ιχθύες. Τα εφήμερα ουδέποτε αναπαύονται, αλλ’ η ζωή αυτών συνοψίζεται εις έν μόνον τρίωρον ή τετράωρον πτερύγισμα. Ολίγας δε στιγμάς προ του θανάτου, καταπίπτουσιν εκ της γαστρός της θηλείας εν σχήματι βότρυος τα ωά, τα επί τινας στιγμάς επιπλέοντα και έπειτα βυθιζόμενα εις το ύδωρ του ποταμού. Εμμανουήλ Ροΐδης.Ο Ροΐδης ήταν διά βίου σκεπτικιστής και έγραψε την πιο αιχμηρή σάτιρά του στην καθαρεύουσα, την ίδια γλωσσική μορφή που κορόιδευε. Άφησε το καλύτερο διήγημά του ανολοκλήρωτο όταν πέθανε, το 1904.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Εμμανουήλ Ροΐδης
Πάρεργα
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1893
Γιατί ένας συγγραφέας προτιμά να διαβάζει τον Σπένσερ παρά να γράφει μία σελίδα: ένας κωμικός και οξύς λόγος ενάντια στη διγλωσσία.
Αι εξοχαί των Αθηνών
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896
Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.
Η Πάπισσα Ιωάννα
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1866
Μια σατιρική, λόγια αφήγηση για μια έξυπνη κοπέλα από το Μάιντς που ανεβαίνει στον θρόνο του Αγίου Πέτρου και σατιρίζει κάθε θεσμό με απολαυστική γραφή.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Τα εφήμερα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν προτιμάς την κλασική ελληνική σάτιρα και τις φιλοσοφικές ιδέες μέσα από παράξενες, συγκεκριμένες σκηνές. Η καθαρεύουσα είναι απαιτητική και ίσως σε δυσκολέψει, ακόμη κι όταν η σκέψη του Ροΐδη παραμένει ζωντανή.
- Πώς είναι το «Τα εφήμερα»;
- Με ειρωνεία και ήρεμο ρυθμό, η αφήγηση αφήνει μικρά έντομα να συλλογιστούν σύντομα για τον έρωτα, τον θάνατο και τη μνήμη. Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και μελαγχολία. Μιλά για τον χρόνο και τη μνήμη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Τα εφήμερα»;
- Αν σου άρεσε το «Τα εφήμερα», δοκίμασε «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» (Γεώργιος Βιζυηνός), «Το λαμπρό αμάξι» (Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και «Η Αγγέλικα» (Αργύρης Εφταλιώτης).
Μια γεύση από τη ροή
Η ξένη που αγαπάει τον τόπο πιο πολύ απ’ όσους γεννήθηκαν σ’ αυτόν
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης
Του άδειασαν τριάντα βαρέλια κρασί κι εκείνος έχει αφήσει πίσω τον θυμό του.
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του.
Τρελλὴ βραδυά · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή