Η Αγγέλικα
Αργύρης Εφταλιώτης (1849–1923), 1900
Μια δασκάλισσα φτάνει σ’ ένα μικρό νησιώτικο χωριό και το αναστατώνει. Κωμωδία για τη ματαιοδοξία, τις συνήθειες και το τίμημα του καλλωπισμού, γραμμένη στη ντοπιολαλιά του νησιού. Στα ελληνικά, χωρίς εκσυγχρονισμό. Ο Εφταλιώτης ήταν έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη πριν επιστρέψει στη Λέσβο, όπου βοήθησε να γίνει η δημοτική γλώσσα της λογοτεχνίας. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών· τα ίδια τραγούδια που τραγουδούν εδώ οι κοπέλες. Η σπιρτάδα της αφήγησης συναντά τη νοσταλγία και τα τραγούδια του χωριού, σε μια κωμωδία που κυλά με τη μουσικότητα της νησιώτικης ντοπιολαλιάς.
Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για τη μνήμη και τον πόλεμο.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν απολαμβάνεις τις ιστορίες για τις τοπικές συνήθειες, τη ματαιοδοξία και τις αλλαγές που φέρνει ένας καινούριος άνθρωπος. Η παλιά ντοπιολαλιά και η γλώσσα της έκδοσης που δεν έχει εκσυγχρονιστεί θέλουν λίγη εξοικείωση.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να ακούσεις μέσα στην πεζογραφία τα δημοτικά τραγούδια που συγκέντρωσε ο Εφταλιώτης και να δεις πώς έγραψε για τη ζωή στο χωριό στη γλώσσα της εποχής του.
Σελίδες από το βιβλίο
Η ξένη που αγαπάει τον τόπο πιο πολύ απ’ όσους γεννήθηκαν σ’ αυτόν
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ. Την κοροϊδεύουν, ύστερα σωπαίνουν και δεν μπορούν να πάψουν να την κοιτούν
Εἶναι ἀλήθεια πῶς σὰν ἔφευγε ἡ δασκάλισσα στὸ σπιτάκι της οἱ χωριατοποῦλες, −πῶς νὰ τὴν ξεχάσουν τὴν τέχνη!− τῆς κάνανε χίλια περιγέλοια τῆς κακόμοιρης! Ἄλλη νὰ μιμᾶται τὴ φωνή της, ἄλλη τἀσυνήθιστα τὰ λόγια της, ἄλλη τὴ μαριόλική της ματιά. Ἀθῶα περιγέλοια, δίχως ζούλια καὶ δίχως κακία, ἔτσι νὰ τῆς βροῦν κατιτὶς νὰ γελάσουν. Καὶ σὰ σκάνανε στὸ γέλοιο, ἄρχιζαν πάλι νὰ τῆς θαμάζουν τὰ κόκκινα χείλη, τὰ κάτασπρα δόντια, τὸ μικρὸ ποδαράκι, τὴν περπατηξιά της, τὰ στολιδάκια της, τὶς φορεσιές της, ὅλη της τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιά. Πόσο κοστίζει στ’ αλήθεια μια κορδέλα, από την τσέπη του πατέρα
Καὶ μὲ τὸ βλέπε καὶ θάμαζε, ἄρχισαν οἱ χωριατοποῦλες ν’ ἀλλάζουνε συνήθειες. Ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ εἴτανε βέβαια σιγανὴ κι ἀπ’ ἔξω μοναχά. Τὸ φυσικό της δὲν μποροῦσε νὰ τ’ ἀλλάξ’ ἡ χωριατοποῦλα. Ἄλλαζε τὸ λοιπὸ μερικὰ λόγια, μερικὰ φερσίματα, μερικὰ φορέματα καὶ στολίδια. Κι αὐτὸ ἴσια ἴσια εἶταν ποῦ τοὺς ἔκαμε τοὺς χωριανοὺς νὰ μὴν τὴν καλοβλέπουν τὴ λουσάτη ἐκείνη τὴ μάγισσα. Δὲν ἔσωναν πιὰ τώρα τὰ σπιτήσια τὰ τούλια καὶ τὰ λινομέταξα, ἔπρεπε νὰ φέρνουν κι ἀπὸ τὸ μαγαζὶ λογῆς λογῆς κορδέλλες, κουμπιὰ καὶ κουρέλλια. Καὶ τὸ χειρότερο, ποῦ ἡ μίμηση δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι σωστή, κ’ ἔβλεπες ἄξαφνα καπελλῖνο καὶ γερντάνι μαζί, ἤ φράγκικο φαρμπαλᾶ καὶ κοντογούνι, ἤ κάτι τέτοιο. Ὁ πατέρας φυσικὰ δὲν τὰ κοίταζ’ αὐτά. Ὁ πατέρας μέσα του τὰ καμάρωνε ἴσως. Ἐκεῖνο ποῦ τὸν πονοῦσε τὸν πατέρα εἶταν ἡ τσέπη, τὸ ἔξοδο, αὐτὴ εἶταν ἡ ἐπανάσταση ποῦ ἔβλεπε ὁ νοικοκύρης καὶ τὸν ἔπιανε τρομάρα. Αργύρης Εφταλιώτης.Έζησε χρόνια ως έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη. Ύστερα επέστρεψε στη Λέσβο και έγραψε στη δημοτική. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών, που έδωσε υλικό στη λογοτεχνία του.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Αργύρης Εφταλιώτης
Μαζώχτρα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Μια κοπέλα από την Κρήτη αγαπά τον άντρα που δεν πρέπει. Το χωριό κάνει όπλο το κουτσομπολιό κι εκείνη ψάχνει τρόπο να επιβιώσει.
Καλλίτσα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1923
Ένας Άγγλος περιηγητής ψάχνει στο Αποδούλο την οικογένεια μιας Κρητικοπούλας, κι ο τόπος τού ξετυλίγει ιστορίες για την πολιορκία, το θανατικό και τα παιδιά που άρπαξαν. Αφηγείται με τον ρυθμό μιας ιστορίας δίπλα στο τζάκι.
Φυλλάδες του Γεροδήμου
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Σκόρπιες σελίδες γεμάτες νοσταλγία, σαρκασμό, τρυφερότητα και γλωσσικό πάθος, που υπερασπίζονται την ψυχή του λαού και τη ζωντανή γλώσσα του.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Η Αγγέλικα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν απολαμβάνεις τις ιστορίες για τις τοπικές συνήθειες, τη ματαιοδοξία και τις αλλαγές που φέρνει ένας καινούριος άνθρωπος. Η παλιά ντοπιολαλιά και η γλώσσα της έκδοσης που δεν έχει εκσυγχρονιστεί θέλουν λίγη εξοικείωση.
- Πώς είναι το «Η Αγγέλικα»;
- Η σπιρτάδα της αφήγησης συναντά τη νοσταλγία και τα τραγούδια του χωριού, σε μια κωμωδία που κυλά με τη μουσικότητα της νησιώτικης ντοπιολαλιάς. Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για τη μνήμη και τον πόλεμο.
- Τι να διαβάσω μετά το «Η Αγγέλικα»;
- Αν σου άρεσε το «Η Αγγέλικα», δοκίμασε «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» (Γεώργιος Βιζυηνός), «Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και «Αττικαί ημέραι» (Χαράλαμπος Άννινος).
Μια γεύση από τη ροή
Ολόκληρο το βουνό γιορτάζει, κι ως και τα λουλούδια παίρνουν μέρος.
Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, 〈πότε〉 ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας.
Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Τη νύχτα, πράγματα δίχως όνομα περπατούν στο δωμάτιό σου.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου, τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.
Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή