BookFeed English

Ολόγυρα στη λίμνη

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1910

Κλασικά

Ένας άντρας θυμάται τη λίμνη, το καρνάγιο και την κοπέλα που αγάπησε στα δεκατέσσερά του — και τον φίλο που στάθηκε πιο τολμηρός από εκείνον. Η αφήγηση κινείται αργά και λυρικά, με νοσταλγία και τρυφερότητα για έναν πρώτο έρωτα και τα τοπία της παιδικής ηλικίας.

Ατμόσφαιρα: νοσταλγία, τρυφερότητα και λαχτάρα. Μιλά για τη μνήμη, την αγάπη και τη φιλία.

Σε ποιον ταιριάζει

Μπορεί να σου αρέσει αν σε συγκινούν οι αναμνήσεις, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες και οι λεπτομερείς εικόνες ενός τόπου. Η παλαιότερη γλώσσα και οι εκτενείς περιγραφές ίσως θέλουν υπομονή.

Γιατί να το διαβάσεις

Διάβασέ το για να δεις πώς η μνήμη κρατά μαζί τη λίμνη, το καρνάγιο και μια νεανική αγάπη, μέσα από τη φωνή του Παπαδιαμάντη.

Σελίδες από το βιβλίο

Η τυραννία του να φοράς κάλτσες στην παραλία.

Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης!

Ένα παιδί με μόνο ένα πουκάμισο πέφτει στο νερό, κι οι παλιοί θεοί ξανάρχονται.

Ἀλλ᾿ ἕως νὰ πάρῃ εἴδησιν ὁ Λούκας καὶ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν (ὅπερ ἄλλως θὰ ἦτο δύσκολον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος ἦτο πανταχοῦ σχεδὸν βαλτῶδες καὶ πᾶς ὁ ἐπιβαίνων εἰς τὸ ὕδωρ θὰ ἐχώνετο μέχρι τοῦ γόνατος εἰς ἰλύν· τὸ ἀβαθὲς δὲ τοῦ ὕδατος δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβήσῃ μέγα σῶμα, οἷον τὸ ἰδικόν του), θὰ ἐνύκτωνε χωρὶς νὰ κατορθωθῇ τίποτε. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστοδουλὴς εὐτυχῶς, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ἦτο πολὺ σιμότερα εἰς τὴν φελούκαν, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο χωμένος, μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πάντοτε ὅλην τὴν ἐνδυμασίαν του, ἐκπηδήσας ἀπὸ τὸν καλαμῶνα, ἀπροσδοκήτως, θαυμασίως, ὡς τελευταῖον ἀπομεινάριον ἀρχαίας θεότητος, λιμναίας καὶ ὑδροβίου, ἄγνωστον καὶ νοθογενές, λησμονημένον ἀπὸ δεκαεννέα αἰώνων, διαιτώμενον ἐκεῖ εἰς τοὺς καλαμῶνας, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐρρίφθη κολυμβῶν εἰς τὴν λίμνην.

Ένας τσοπάνης έβλεπε αγίους και δαίμονες. Μια φορά βγήκε αληθινός.

Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Γιος παπά από τη Σκιάθο, έζησε φτωχός και μοναχικός στην Αθήνα κι έκανε το λιμάνι όπου μεγάλωσε ένα από τα μεγάλα τοπία της ελληνικής πεζογραφίας.

Βιβλία με παρόμοια αίσθηση

Όλα τα βιβλία σαν το «Ολόγυρα στη λίμνη»

Περισσότερα βιβλία — Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Λαμπριάτικος ψάλτης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912

Ένας ιερέας περιμένει ψάλτη τη νύχτα της Λαμπρής σ’ ένα ξωκλήσι πάνω από τη θάλασσα, ενώ ένας γέροντας που έχει χάσει τον δρόμο του παίρνει λάθος κατεύθυνση στο φως του φεγγαριού.

Στο Χριστό στο Κάστρο

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

Ένας παπάς τάζει να λειτουργήσει τα Χριστούγεννα σ’ έναν έρημο ναό πάνω σ’ έναν βράχο. Για να κρατήσει το τάμα του, πρέπει να διασχίσει με το καΐκι του το πέλαγος μέσα στον βαρύ χειμώνα.

Πού θα το βρεις

Βρες το βιβλίο · Στο Public

Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.

Ερωτήσεις αναγνωστών

Μου ταιριάζει το «Ολόγυρα στη λίμνη»;
Μπορεί να σου αρέσει αν σε συγκινούν οι αναμνήσεις, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες και οι λεπτομερείς εικόνες ενός τόπου. Η παλαιότερη γλώσσα και οι εκτενείς περιγραφές ίσως θέλουν υπομονή.
Πώς είναι το «Ολόγυρα στη λίμνη»;
Η αφήγηση κινείται αργά και λυρικά, με νοσταλγία και τρυφερότητα για έναν πρώτο έρωτα και τα τοπία της παιδικής ηλικίας. Ατμόσφαιρα: νοσταλγία, τρυφερότητα και λαχτάρα. Μιλά για τη μνήμη, την αγάπη και τη φιλία.
Τι να διαβάσω μετά το «Ολόγυρα στη λίμνη»;
Αν σου άρεσε το «Ολόγυρα στη λίμνη», δοκίμασε «Διηγήματα» (Παύλος Νιρβάνας), «Ζωή» (Γεράσιμος Μαρκοράς) και «Συλλογές» (Κωστής Παλαμάς).

Μια γεύση από τη ροή

  1. Λουλούδια που ανθίζουν και πεθαίνουν χωρίς να τα δει κανείς.

    Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουν κ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν· δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνει βρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει. Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχει μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχει τοῦ πόνου μου τὸ κῦμα, σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.

    Ζωή · Γεράσιμος Μαρκοράς

  2. Είναι δέκα χρονών με το βραβείο στα χέρια· μια κοπέλα απέναντι κλαίει, κι εκείνος μόνο τώρα καταλαβαίνει γιατί.

    Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχους γεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους. Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου, το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του, και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοια και το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένια με το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα, και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα. Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα— εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα, κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ. Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη, και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό της πικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.

    Συλλογές · Κωστής Παλαμάς

  3. Η ηλικία που θέλεις να σε προσέχουν και νομίζεις πως σε εξετάζουν.

    Μα κι όλα τ’ άλλα παιδιά να λείπαν, έφτανε να με δει μόνο η Αννιώ, το κορίτσι του σπιτιού. Πετιότανε στην πόρτα, τέντωνε τα δάχτυλα μπροστά στη μύτη και μου έβγαζε μια πιθαμή τη γλώσσα. Έπρεπε να περάσουν κάμποσα χρόνια, να μεγαλώσουμε κι οι δυο, να πάψουν τα παιδιά να με πετροβολούνε, για να λείψουν και τα περιγέλια της Αννιώς. Τώρα όχι μόνο δε μου ’βγαζε τη γλώσσα, μα σα μ’ έβλεπε να ’ρχουμαι στο πηγάδι, έπαιρνε τον κουβά της κι έβγαινε και κείνη εκεί. Εγώ κοκκίνιζα κι έφευγα βιαστικός. Μου φαινόταν πως κοίταζε πάντα τη μύτη μου. Κι αφού δεν μπορούσα να την κόψω, αποφάσιζα να μην ξαναπάγω στο πηγάδι της Αννιώς.

    Η Αννιώ · Κωσταντίνος Χατζόπουλος

  4. Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

    Συνέχισε στη ροή

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.