Συλλογές
Κωστής Παλαμάς (1859–1943), 1886
The great popular poet of modern Greece: ballads, island legends and small elegies, in the language people actually spoke. Look for the human gesture inside the folk song. At his best there is no one warmer and more exact about the things he loved. Still, some verse is more pastiche than lived experience, but the ambition is real. But the book has real ballads and real feeling, and a warm, generous voice, and Palamaς is a key figure in Greek letters. Read him as a poet who came from the folk tradition. Read him for the ballads and the small elegies. In the end, you get a sense of the poet's world and a few lines to underline. That is the honest case for this book, Warm, unhurried verse that moves between ballad storytelling and quiet elegy, full of island air, remembered faces and a tender, speaking voice.
Feels like nostalgia, tenderness and dread. About memory, nature and love.
Who it’s for
You may like this if you enjoy poetry rooted in folk song, where legends and small domestic scenes are told in the language people actually spoke. Be warned that a fair share of the verse reads more like pastiche of folk models than lived experience, and the nineteenth-century demotic Greek asks patience of a modern reader.
Why read it
Reading Palamaς gives you the folk tradition inside literary poems, plus a handful of ballads and short elegies exact enough about the things he loved to make you underline lines.
Pages from the book
He is ten and holds his prize; a girl across the room is crying, and only now does he understand why.
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχουςγεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους.Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου,το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του,και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοιακαι το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένιαμε το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα,και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα.Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα—εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα,κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ.Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη,και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό τηςπικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης. A birth is under way, and the poem notices what the joy leaves out.
Θ’ ανάψει μια λαμπάδα ώς το μπόι του,θα τρέξει να χρυσώσει όλο το Χριστόγια το πρωτάκριβό του που το σόι τουποιός ξέρει μην το κάμει μια φορά ακουστό.Ψιλή φωνή σκορπιέται μες στη σκοτεινιά…Τελείωσε το πιο βαθύ μυστήριο·τί κόσμος! να σκοτώνεις με χαρά, φονιά,και να γεννάς, μητέρα, με μαρτύριο!Αλλά πού είν’ οι φωνές και τα τρεχάματα,και της χαράς, του γέλιου, πού είν’ η αστραπή;Τη λευτεριά της μάνας βρέχουν κλάματα,κι ο άνδρας γέρνει δίχως τίποτε να πει. She has asked for her wedding dress to be buried with her. Then a grandchild falls asleep.
Τώρα σαν έρθ’ η ώρα μου και φύγω και πεθάνω,εσείς να τ’ απιθώσετε στην κάσα μου επάνω.Παιδιά μου, δε μου φαίνεται κακός ο χάρος τόσοσα συλλογιέμαι πως εκεί μαζί μ’ αυτά θα λιώσω».Και στης γριάς το μάγουλο κύλισεν ένα δάκρυ.Μα έν’ από τ’ αγγόνια της κοιμήθηκε στην άκρη,και καθώς τό ειδε η γιαγιά με τ’ άγρυπνό της μάτιτο πήρε στο μικρούλι του για να το πάει κρεβάτι.Και τ’ άλλα που απόμειναν πηγαίναν ένα ένακαι ψηλαφούσαν κι έβλεπαν με μάτια θαμπωμένατη φουστανέλα τη λευκή και τη βαριά φλοκάτακαι τη χρυσή τη φέρμελη, καμάρια μας φευγάτα! Κωστής Παλαμάς.Palamaς published his first collection, Τραγούδια της πατρίδος μου, in 1886; he spent his working life as secretary of the University of Athens and wrote the words of the Olympic Hymn.
Books that feel like this
More by Κωστής Παλαμάς
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Κωστής Παλαμάς, 1907
The Gypsy comes to a holidaying city with a lyre and a fiddle, and refuses every throne offered him. Twelve songs on freedom, labour and art.
Θάνατος Παλληκαριού
Κωστής Παλαμάς, 1904
A young sailor in a seaside village is admired for his courage and beauty; one injury puts both to the test.
Η φλογέρα του Βασιλιά
Κωστής Παλαμάς, 1910
Palamas turns the murder of Nikephoros Phokas into a phantasmagoria of Byzantine ghosts, a magic flute and the birth of a new Greek world. Verse that moves like a pageant.},
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Συλλογές for me?
- You may like this if you enjoy poetry rooted in folk song, where legends and small domestic scenes are told in the language people actually spoke. Be warned that a fair share of the verse reads more like pastiche of folk models than lived experience, and the nineteenth-century demotic Greek asks patience of a modern reader.
- What is Συλλογές like?
- Warm, unhurried verse that moves between ballad storytelling and quiet elegy, full of island air, remembered faces and a tender, speaking voice. Feels like nostalgia, tenderness and dread. About memory, nature and love.
- What should I read after Συλλογές?
- If you liked Συλλογές, try Ζωή (Γεράσιμος Μαρκοράς), Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) and Διηγήματα (Παύλος Νιρβάνας).
A taste of the feed
Flowers that bloom and die without a single person seeing them.
Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουν κ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν· δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνει βρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει. Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχει μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχει τοῦ πόνου μου τὸ κῦμα, σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.
Ζωή · Γεράσιμος Μαρκοράς
All the ways we arrange forgetting, told in a voice that keeps catching itself.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
The autumn that arrives like a held breath.
Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Φθινόπωρο · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
