BookFeed Ελληνικά

Passages from Ζωή

Pages from Ζωή that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

Flowers that bloom and die without a single person seeing them.

Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουνκ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν·δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνειβρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει.Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχειμὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχειτοῦ πόνου μου τὸ κῦμα,σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

The word a baby says before it knows what a word is.

Μάνα! - Δὲ βρίσκεταιλέξη κἀμμίανἄχῃ στὸν ἦχο τηςτόση ἁρμονία·σὰν ποιὸς νὰ σ’ ἄκουσεμὲ στῆθος κρύο.Ὄνομα θεῖο;Παιδὶ ἀπὸ σπάργαναζωμένο ακόμα,μὲ χάρη ἀνοίγονταςγλυκὰ τὸ στόμα,γυρνάει στὸν ἄγγελοποῦ τ’ άγκαλιάζεικαί, μάνα, κράζει.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

An old tree asked to speak on behalf of the dead.

Μεγάλη ἐλιά, τὸν ἴσκιο σου γιὰ ’λίγο ἀκόμα δός μου,ἄχ, θἄρθῃ γλήγορα ἡ στιγμὴποῦ θ’ ἀναπάψω τὸ κορμὶστὸν ἴσκιο τ’ ἄλλου κόσμου.Παρακαλῶ σε ἀνθρώπινη πάρε φωνὴ καὶ πές μουσὰν πόσοι κάθησαν ἐδῶ,ποῦ λυπημένα τραγουδῶ,καλοὶ προπάτορές μου;Πές· ὅταν κλείσω ἀξύπνητα τὸ κουρασμένο μάτι,ὅταν μ’ ἐκείνους πάω μαζί,ἀπὸ τὸ εἶναι μου νὰ ζῇθ’ ἀκολουθήσῃ κἄτι;
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

A single grey hair, put on trial before all of nature.

Στοῦ κόσμου τὴ βασίλισσαἡ μαύρη λέει – Δὲ φταίω·λουζότουν, ὡς ἐδιάβαινα,τὸ πλάσμα σου τ’ ὡραῖο·πλῆθος μαλλιὰ κυμάτιζανστὸ ἀλαβαστρένιο σῶμα,καὶ τὸ ξανθό τους χρῶμανικοῦσε τὴν Αὐγή.Νὰ παραβῶ τοὺς νόμους σουκ’ ἐκεῖ νὰ σταματήσωἤθελα, ναί· μοῦ πόνουνετόση ὀμορφιὰ ν’ ἀφήσω.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

A girl looks up from the river and sees a god coming for her.

Τ’ ἀφρόνερο, ποῦ ἀγάλια,ζυγόνει καὶ τῆς βρέχειτοῦ χείλου τὰ κοράλλια,τὰ χιόνια τοῦ κορμιοῦ,ταὶς θείαις γλυκάδαις ἔχειἀθάνατου φιλιοῦ.Ἐκεῖθε ποῦ τὸ ρέμαξάφνου εἶχε δρόμο ἀλλάξειμὲ ζαλισμένο βλέμμαξανοίγει ἡ κορασιὰτοῦ Ἐννοσιγαίου τ’ ἁμάξι,ποῦ κατ’ αὐτήνε ὁρμᾷ.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

A farewell written by someone who won't be here for the return.

Σῦρε ἀλύπητη στὰ ξένα·τὴ θερμή μου εὐχὴ σοῦ δίνω.Μὴν ἰδῇς ἂν δάκρυα χύνω,ἂν τὰ σπλάχνα μου πονοῦν.Δείχνουν μάτια δακρυσμέναχαιρετῶντας σε κ’ οἱ νέοι,μὀνολότι ὁ νοῦς τους λέειπὤχουν πάλε νὰ σὲ ἰδοῦν.Τέτοια ἐγὼ δὲ θρέφω ἐλπίδα·εἶμαι γέρος, καὶ σὲ λίγογιὰ ταξεῖδι θὲ νὰ φύγωποῦ δὲν ἔχει γυρισμό.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

X-rays arrive, and even beauty can no longer hide.

Τί σὲ μέλλει ἀνίσως εἶδεςὁποῦ τώρα ἡ Φυσικὴρίχνει μέσα μας ἀχτίδαις,σὰ σὲ γυάλινο κορμί;Τέτοια ἐφεύρεση, ποῦ, χώριαἀπὸ τ’ ἄλλα της καλά,ξεσκεπάζει λαθρεμπόρια,ψέμα ὀμπρός σου καταντᾷ.Ὅλα σὺ τὰ τελωνεῖα,νὰ περάσῃς ἠμπορεῖς,δίχως ἔρευνα κἀμμία,πλάσμα ὡραῖο, νὰ φοβηθῇς.
— Ζωή, Γεράσιμος Μαρκοράς (1898)

Ζωή

Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898

A Greek poet of the Ionian school turns birdsong, sea, mothers and lost youth into tight, singing stanzas — poetry that still has the smell of salt on it.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.