BookFeed Ελληνικά

Passages from Συλλογές

Pages from Συλλογές that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

He is ten and holds his prize; a girl across the room is crying, and only now does he understand why.

Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχουςγεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους.Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου,το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του,και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοιακαι το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένιαμε το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα,και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα.Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα—εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα,κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ.Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη,και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό τηςπικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

A birth is under way, and the poem notices what the joy leaves out.

Θ’ ανάψει μια λαμπάδα ώς το μπόι του,θα τρέξει να χρυσώσει όλο το Χριστόγια το πρωτάκριβό του που το σόι τουποιός ξέρει μην το κάμει μια φορά ακουστό.Ψιλή φωνή σκορπιέται μες στη σκοτεινιά…Τελείωσε το πιο βαθύ μυστήριο·τί κόσμος! να σκοτώνεις με χαρά, φονιά,και να γεννάς, μητέρα, με μαρτύριο!Αλλά πού είν’ οι φωνές και τα τρεχάματα,και της χαράς, του γέλιου, πού είν’ η αστραπή;Τη λευτεριά της μάνας βρέχουν κλάματα,κι ο άνδρας γέρνει δίχως τίποτε να πει.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

She has asked for her wedding dress to be buried with her. Then a grandchild falls asleep.

Τώρα σαν έρθ’ η ώρα μου και φύγω και πεθάνω,εσείς να τ’ απιθώσετε στην κάσα μου επάνω.Παιδιά μου, δε μου φαίνεται κακός ο χάρος τόσοσα συλλογιέμαι πως εκεί μαζί μ’ αυτά θα λιώσω».Και στης γριάς το μάγουλο κύλισεν ένα δάκρυ.Μα έν’ από τ’ αγγόνια της κοιμήθηκε στην άκρη,και καθώς τό ειδε η γιαγιά με τ’ άγρυπνό της μάτιτο πήρε στο μικρούλι του για να το πάει κρεβάτι.Και τ’ άλλα που απόμειναν πηγαίναν ένα ένακαι ψηλαφούσαν κι έβλεπαν με μάτια θαμπωμένατη φουστανέλα τη λευκή και τη βαριά φλοκάτακαι τη χρυσή τη φέρμελη, καμάρια μας φευγάτα!
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

Every song he could write now knocks at the door. He keeps them all shut for one absent person.

Φαρμάκ’ είναι τ’ αχείλι μου και μαύρ’ είν’ η καρδιά μουαπ’ τον καιρό που σ’ έχασα, μονάκριβ’ έρωτά μου!Του κάκου τόσες της ζωής χαρές και τρικυμίες,της νιότης τα ονείρατα, του κόσμου οι ιστορίες,τριγύρω μ’ ανυπόμονα πετούν και θορυβούνεκαι τη στολή του τραγουδιού γυρεύουν να ντυθούνε·τ’ αφήνω κι απελπίζονται, και φεύγουν πεισμωμένα,παιδιά που τα παράτησεν η μάνα γυμνωμένα.Μα όταν σε στοχάζομαι, —κατάλευκα λουλούδιαχθες σ’ άγριο βάτο έβλεπα γεμάτον απ’ αγκάθια—για σένα έχω μοναχά παρθενικά τραγούδιαστης ερημιάς τα βάσανα, στης ξενιτιάς τα πάθια.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

The poet's country is poor in great songs, he admits — then names what its poverty will buy.

Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίς, φτωχή μητέρα!Μικρά πουλιά πετούνε μες σε κλουβί στενό,οι σταυραϊτοί γυρεύουν ελεύθερον αέρακι απέραντο ουρανό.Της αρχοντιάς ο λύχνος ο κρυσταλλένιος φέρνειατάραχη, περίσσια, λευκή φεγγοβολή,της φτώχειας το λυχνάρι κάθε πνοή το δέρνει,δαδί με λάμψη λίγη και με καπνό πολύ.Όμως θα ’ρθεί μια μέρα που η πατρίς, μεγάλη,τη γλώσσα τη μεγάλη θα βρει μες στην καρδιάκαι θε να έχουν ταίρι του κλέφτ’ οι στίχοι πάλικι οι Πίνδαροι παιδιά!
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

The moment the last light has left the sky and everything goes still.

Τρέχ’ η ματιά μου ελεύθερη, χάνεται, σχίζεικάτου τα κύματα, τα σύννεφα ψηλά,και πάει και σταματά εκεί που γλυκογγίζεικαι με τη θάλασσα ο ουρανός μιλά.Κοιμάται τ’ ακρογιάλ’, η αύρα πνέει δειλά,ασπρίζει εδώ πουλί, κι εκεί καπνός μαυρίζει·η νύχτα εχύθ’, η δύσις μοναχά ροδίζει,η μέρα είναι νεκρός οπού χαμογελά.Μα και της δύσεως σε λίγο φεύγ’ η χάρη,και μες στη λίμνη μας θα ιδούμε το φεγγάριένα ποτάμι ολόχρυσο πλατύ να κάμει.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

A grandmother has stories for every night of winter — but not tonight.

Πολλοί τις ετραγούδησαν, και τόση χάρη έχουνοι χειμωνιάτικες νυχτιές που τα παιδάκια τρέχουντριγύρω σ’ ασπρομάλισσα και πρόσχαρη γριούλαγια να τ’ ακούσουν με χαρά και πότε με τρεμούλατα παραμύθια που θα πει. Έξω χιονιάς, μαυρίλα,λαι μέσα λάμπουν στριμωχτά μες στη γωνιά τα ξύλακαι με τις φλόγες τους μαζί προτού να γίνουν θράκιατριζοβολούνε, λιώνουνε γλυκά με τραγουδάκια.Όμως η νύχτα η σημερνή δεν έχει παραμύθιαόπως το θέλουν τα παιδιά και τα παλιά συνήθεια,ούτε θ’ ακούσουν σαν εψές απ’ της γιαγιάς το στόματί έκαναν σαν ήτανε πολύ μικρούλι’ ακόμα,και τί ρουχάκια είχανε, και τί λογάκια ελέγαν,και πώς καθώς τα χάιδευαν, τόσο με κάκια εκλαίγαν.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

A girl waits by the mirror at midnight, as girls have always waited with their fate.

Κι αν ίσκιος πέσει αλλόκοτος κάτου σε γη ή σε τοίχο,σιγοσεισθεί κάνα κλαρί κι ακούσεις κάναν ήχοσα γέλιο, σα φωνούλα,νεράιδες είναι· αλίμονο στον ξέγνοιαστο διαβάτη!Αυτή την ώρα με καημό δειλά παραφυλάττεικι η δόλια η Ανθούλα.Ωραία είναι· μα γι’ αυτό σε πιάνει τόση λύπη!Ροδάκινο αγένωτο κομμένο που του λείπειδροσιά, του λείπει χρώμα.Μια τρίχα μοναχά χρυσή με τη ζωή τη δένει,και φτάνει ένα φύσημα να πέσει σωριασμένηγλήγορ’ αργά στο χώμα.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

An olive tree makes her case: not beautiful to look at, but chosen by a goddess.

Είμαι του ήλιου η θυγατέραη πιο απ’ όλες χαϊδευτή.Χρόνια η αγάπη του πατέρασ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.Όσο να πέσω νεκρωμένη,αυτόν το μάτι μου ζητεί·είμ’ η ελιά η τιμημένη.Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτητριανταφυλλιά ή κιτριά·θαμπώνω της ψυχής το μάτι,για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,μ’ αγάπησε μία θεά·είμ’ η ελιά η τιμημένη.
— Συλλογές, Κωστής Παλαμάς (1886)

Συλλογές

Κωστής Παλαμάς, 1886

The great popular poet of modern Greece: ballads, island legends and small elegies, in the language people actually spoke. Look for the human gesture inside the folk song. At his best there is no one warmer and more exact about the things he loved. Still, some verse is more pastiche than lived experience, but the ambition is real. But the book has real ballads and real feeling, and a warm, generous voice, and Palamaς is a key figure in Greek letters. Read him as a poet who came from the folk tradition. Read him for the ballads and the small elegies. In the end, you get a sense of the poet's world and a few lines to underline. That is the honest case for this book,

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.