Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος
Ιωάννης Πολέμης (1862–1924), 1909
A prince raised in total darkness, a kingdom of night, and a love that can only exist before sunrise. A verse drama about daylight as both promise and danger. Lyrical verse carries a dark kingdom and a love tied to sunrise, dramatic and warm rather than heavy.
Who it’s for
You may like it if you enjoy verse drama, mythlike settings, and love stories shaped by light and danger. The Greek of 1909 is poetic and sometimes archaic, so expect to read slowly and work through the verse.
Why read it
It offers a compact, lyrical stage work by a poet known for his lyric voice, with daylight treated as both longing and threat.
Pages from the book
A man seeing the sun for the first time, and calling it his death.
Ήλιε, χρυσέ μου θάνατε ! τόσο ώμορφο ποτέ μουδεν σ’ εφαντάστηκα, ποτέ! Λάφυρο του πολέμουτου χάους με τη θεία βουλή, δείχνεις τη νίκη εκείνηςκαι στη λαχτάρα της ζωής ζωή απ’ το φως σου δίνειςκαι μέσ’ από τη λάμψι σου σκορπάς το χρώμα. Τώδατο χρώμα που ελαχτάριζα. Του κήπου όλα τα ρόδα,ωραία τα ρόδα κι’ ώμορφα κι’ οι κρίνοι ωραίοι, ωραίοικ’ η χλόη ωραία και το νερό που μέσ’ τ’ αυλάκι ρέει,ωραία κ’ η γη κι’ ο ουρανός και τα βουνά κ’ οι κάμποι,μα απ’ όλα πειο ώμορφος εσύ ! Το πρόσωπό σου λάμπειτόσο, που μάτια δεν βαστούν να το κυττάζουν!... The moment love stops being a feeling and becomes the shape of time itself.
Χάνω το νου μου!... Σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ ολοένακαι σ’ αγαπώ κάθε στιγμή· γιατ’ είσαι συ ο καιρός μουκι’ ο χρόνος κι’ όλη μου η ζωή, και σ’ έχω πάντα εμπρός μουσαν οπτασία ανέγκικτη, και τ’ όνομά σου λέωκαι σε θωρώ και λαχταρώ και σπαρταρώ και κλαίω !Αχ ! νάξερες πώς σ’ αγαπώ!... A man who has never seen the moon, describing the night as if it were a person.
Ήταν η νύχτα ζηλευτή κ’ είχε περίσσια χάρι,κι’ όταν, προς τα μεσάνυχτα, κρύφτηκε το φεγγάρικι’ άνοιξε τα ματάκια της τα διαμαντένια αστέριακι’ ο γαλαξίας απλώθηκε, κοπάδι περιστέρια,και την εσφικταγκάλιασε κ’ έγυρ’ εκείνη αγάλιακαι στα γλυκοψιθύριστα του αγέρα παρακάλιαλιγώθηκε, πλανέθηκε — μέσ’ στη γληκειά της πλάνη,μέσ’ στ’ απαλό της λίγωμα τόσ’ ώμορφη μου εφάνηπου το δοξάρι επέταξα μαζί με τη φαρέτρακι’ απάωρος την εθαύμαζα. Μόνο καρδιά από πέτρατα φυλλοκάρδια της κλειστά θε να βαστούσε αγνάντιαστ’ αμέτρητα ματάκια της τ’ ακτινωτά διαμάντιαπου τα διπλοκαθρέφτιζε τρεχούμενο νεράκι. Ιωάννης Πολέμης.Polemis was a celebrated lyric poet of the 1880s generation and a friend of Kostis Palamas; this verse drama is among his few long works for the stage. It was first staged in Athens in 1909. The title itself means 'the one who sees no sun.'
Books that feel like this
More by Ιωάννης Πολέμης
Ποιήματα
Ιωάννης Πολέμης, 1921
Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος for me?
- You may like it if you enjoy verse drama, mythlike settings, and love stories shaped by light and danger. The Greek of 1909 is poetic and sometimes archaic, so expect to read slowly and work through the verse.
- What is Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος like?
- Lyrical verse carries a dark kingdom and a love tied to sunrise, dramatic and warm rather than heavy. About love and freedom.
- What should I read after Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος?
- If you liked Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος, try Ποιήματα (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής), Τὰ μαῦρα κούτσουρα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) and Ερωτόκριτος (Βιτσέντζος Κορνάρος).
A taste of the feed
A prayer, of all things, to be turned to stone.
«Σὺ ὁ τὰ πλάσματ’ ἀλλοιῶν τὴν πλάσιν μεταπείθων, σὲ ἱκετεύω ὡς Θεὸν, τὸ στῆθος τοῦτο, ἐλεῶν, μετάβαλον εἰς λίθον. «Καὶ ἔστω μοι καταφυγὴ ὁ τελευταῖος ὕπνος, καὶ τῆς καρδίας ἡ σιγή· ἣ δὸς νὰ γίνω ἡ πηγὴ ἡ κλαίουσα ἀγρύπνως.
Ποιήματα · Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Why is the truth hardest to hear from someone close?
"Πολλά μεγάλον άδικο μας ήκαμεν η Φύση, και την αλήθεια ο άνθρωπος δε θέ’ να τη γρικήσει. Όλοι αγαπούν τα ψόματα να λεν, να μας γελούσι, και την αλήθεια ουδέ κιανείς δε θέ’ να την ακούσει. Κι αν έχουν φίλους κ’ εδικούς, να τους καταδικάσουν, τα λόγια τως σαν άνεμον αφήνου’ να περάσουν. Το φίλον κάνουσιν οχθρόν, τον εδικό έχουν ξένον, σαν τως μιλήσουν το πρεπόν εις πράμα κομπωμένον. Μα κείνος, οπού δεν πονεί, αφήνει να περάσει το σφάλμα, κι ουδέ βούλεται να το καταδικάσει· παινά το κι ομορφίζει το, και πίβουλα κομπώνει, το ψόμα δείχνει απαρθινό, και την αλήθεια χώνει.
Ερωτόκριτος · Βιτσέντζος Κορνάρος
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed