Μαζώχτρα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A Cretan girl is caught loving the wrong man. A village turns its gossip into a weapon, and an older story of blood and honour begins to breathe.
Pages from Μαζώχτρα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
For once, the world is enough. Not every page has to move.
Δεν άργησε να ζυγώσει τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί από κάτω καθίζει, και γεύεται τ’ απλοϊκό της φαγί. Άψε σβήσε το γιόμα της. Λες κι ήτανε πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθιά, μα αυτή την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε όρεξη να πλαγιάσει απάνω σε μερικά, κιτρινόφυλλα που θάρρειες πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα πιότερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα το ’να με τ’ άλλο απάνω στους κλώνους. Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξένοιαστα, και κοίταζε την ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της. Beauty has a lineage. So does slavery.
Πολλά, θα μου πεις, τα τόσα παινέδια για μια μαζώχτρα. Το σκαρί της όμως δεν ήταν από μαζώχτρες. Εκεί καταστάλαξε, μα πούθε ξεκίνησε, ένας Θεός το κατέχει. Α με πολυσφίξεις, θα σου αποκριθώ πώς ξεκίνησε από λαμπρότερων αιώνων αγκάλες, από τα μακαρισμένα τα χρόνια που οι αθάνατοί μας τεχνίτες βρίσκανε πρότυπα όπου κι αν πρωτογύρευαν. Και τάχα τι παράξενο να κατέβαινε από τα δοξασμένα εκείνα τα ύψη; Όλα τα είχε της ελληνικής ομορφιάς, εξόν το κατιτίς εκείνο που είναι της σκλαβιάς κι όχι της λευτεριάς, της ψυχής κι όχι της μορφής, μα έχει δεν έχει θ’ ανέβει και στη μορφή, και πότε σ’ όλη την όψη μας περιχυέται, πότε δυο τρία της μέρη διαλέγει και φωλιάζει εκεί μέσα. Από την πανώρια εκείνη τη μαζώχτρα διάλεξε τα ψιλούτσικα τα χείλη, το σαγόνι το μυτερό, τα παράπηχτα φρύδια. One squeezed hand, and every sensible plan goes up in flames.
Σαν κατέβηκε ο Πανάγος, δεν ήταν πια και πολύ θολωμένος ο νους του· δεν απορούσε τι να κάμει και τι να πει· παρά εκεί που το κράταγε αυτή ακόμα το τσαμπί και το γλυκοκοίταζε, σκύβει να φιλήσει το χνουδάτο της μάγουλο. Έβαλε τον αγκώνα της η Ασήμω, σα να τον αποσπρώξει. Πιάνει τότες εκείνος το χέρι της και το γλυκοσφίγγει. Αυτό το γλυκοσφίξιμο, αυτή η αμίλητη η προξενιά της κρύφιας αγάπης, τα ’καμε όλα τα γνωστικά του συστήματα, όλους τους σοβαρούς λογισμούς του και τις νοικοκυρεμένες ξαποφασιές του — όλα φωτιά και φλόγα τα γύρισε. Μέθυσε ο Πανάγος κακό μεθύσι. Όσο για την Ασήμω, μεθυσμένη καθώς ήταν τώρα και χρόνια, και μεθύσι ακόμα πιο σημαντικότερο, της φιλοδοξίας και της μεγαλωσιάς, φόβο δεν είχε πια τώρα. Αφήκε δίχως την παραμικρή συμμάζεψη τ’ ολόζεστό της αίμα και πήρε βράση και βράση. Grief should heal. Sometimes it only finds a weapon.
Έφεγγε πια τώρα στο μέτωπό της κάποια παρηγοριά. Σαν αχτίδα της κατέβηκε από κόσμους μυστικούς και τη μέρεψε. Δεν ψυχοπονούσε πια η Ασήμω. Όχι δα και πως γιατρεύτηκε μια και καλή ο βαθυρρίζωτος πόνος της, μα σκάλιζε σκάλιζε μες στα πικραμένα της φυλλοκάρδια, βρήκε κι έβγαλε αξετίμωτο βάλσαμο, την εγδίκηση, τη γυναικίσια την εγδίκηση, που τύφλα να ’χει μπροστά της το πιο φαρμακωμένο χαντζάρι ή το πιο αλάθευτο βόλι. He counts the bones, and whistles so as not to speak.
Είχε δεν είχε, τον πήρε και πήγαν ως το κελί του εφημέριου μέσα στης εκκλησιάς την αυλή. Κάθουνταν ο γέρος ο πάτερ Χαράλαμπος στο πεζούλι του, και μάζευε μέσα του ήλιο για το χειμώνα. Ζυγώνει μονάχος του πρώτα ο Πανάγος, και χώνουνται στην κουβέντα. Εκεί που αυτοί κουβέντιαζαν, ο Μιχάλης, δεμένα τα χέρια του πίσω, σεργιάνιζε τριγύρω στην εκκλησιά και κοίταζε τα πάμπολλα μνήματα, τις λιγοστές πλάκες, το βαθύ και τ’ ολόγεμο χωνευτήρι. Στάθηκε και λόγιαζε τα κιτρινιασμένα τα κόκαλα, του καθενού μακαρίτη σε ξέχωρο σακί τυλιγμένα, σακί σάπιο και ξεπαραλυμένο εδώ και κει, με τα κόκαλα μισοβγαλμένα από την κάθε του τρύπα. Λογής λογής κόκαλα. Αντρίκια, γυναικίσια, παιδιακίσια, και γέρικα. Τα ’βλεπε ο Μιχάλης συλλογισμένος και τα χείλη του κρυφοσφύριζαν. Ρώταγε άραγες η ψυχή του σαν πόσα κόκαλα εκεί μέσα τα είχε το βόλι σκισμένα; δεν το ρώταγε; Θεός το ξέρει. Τα χείλη του χαμηλοσφύριζαν όμως. A village watches the moon rise and thinks chiefly of weddings.
Με του φεγγαριού τις λαμπερές τις αχτίδες, με τις σύδεντρες τις βουνοπλαγιές που ξαπλωνόντανε φωτολουσμένες κι από τις δυο μεριές, με τ’ αγέρι που γλυκοφυσούσε από την κοιλάδα κατάμπροστα, με τα κουδούνια των κοπαδιών που βροντοκοπούσαν απάνω στις γυμνές βουνοκορφούλες τριγύρω, ήτανε να μένει άνθρωπος στο ξάστερο και να το νοιώθει πως υπάρχει και πως χαίρεται κόσμο, ως και να πλαγιάσει εκεί και να νανουρίζεται. Μα—σημάδι κι αυτό της ζωής του χωριού—δεν αποτρελαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλα κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. Δικά της και σήμερα κι αύριο. Να τα καμαρώνει, ναι, και να τα κρυφοχαίρεται που μπορεί να της φέρουνε και γαμπρό. Μα όχι και να χάνει το νου της με δαύτα, ή και τον ύπνο της. Αυτά ας πηγαίνει—κι ας τα κάμνει ο αγαπητικός της κοπέλας. Έτσι και με τη Φύση. The mind that never stops weighing things is its own torture.
Του ’κοψε μονομιάς τον ανασασμό σαν άνεμος η χολοβρασμένη η Μιχάλαινα. Κι όχι πως ήταν ο Πανάγος από κείνους που τους συνεπαίρνει μιας γυναίκας φωνοκόπι, ας είναι και της ανοιχτομίλητης της Μιχάλαινας. Μα καθώς είδαμε, ο Πανάγος ήτανε δυο λογιώ. Δυο μεριές τις είχε. Τη μια, γνώση, ζύγισμα, στοχασιά. Την άλλη, ίσως την πιο μικρότερη, φωτιά κι αγάπη και πάθος. Από την ώρα που χωρίστηκε από την Ασήμω ο Πανάγος, άρχιζε η γνωστική η μεριά και δούλευε, όλο δούλευε μες στα κατάβαθα του λογισμού του. Σαράκι τον έτρωγε· και τι σαράκι; τρυπάνι και τον διαπερνούσε το νου του. Ησυχία δεν του άφηνε η γνώση. Τόσο, που τη νύχτα εκείνη — ακοίμητη νύχτα — αναπετάχτηκε μιαν ώρα από το κρεβάτι, έκαμε ένα τσιγάρο, και πίνοντάς το ανάκραζε ολομόναχος — Μωρέ στο διάβολο, και να γεννιούμουνα μπούφος! A held reputation is sometimes saved by starting a bigger fire.
Το καινούριο αυτό το σούσουρο, το μεγαλύτερο, το ’φαγε μονομιάς τ’ άλλο, το μικρότερο. Μήτε Βεζίρης να ήτανε η Ασήμω δεν θα τα κατάφερνε πιο ομορφότερα. Με δυο της κρυφές σαϊτιές γλύτωσε το κεφάλι της από το φοβερό το περιγέλιο του κόσμου, και χαντάκωσε τον Πανάγο μες σε χίλιες φορές πιο φοβερότερη καταβόθρα. Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
A Cretan girl is caught loving the wrong man. A village turns its gossip into a weapon, and an older story of blood and honour begins to breathe.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.