BookFeed Ελληνικά

Books like Μαζώχτρα

If Μαζώχτρα stayed with you, these share its feel: love, longing and dread. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Μαζώχτρα · Αργύρης Εφταλιώτης

  1. 1.Ἡ Βλαχοπούλα

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1904

    Also longing and love. A returned servant girl, a father who wants to marry her off, and a young idler who sees poetry where others see a peasant. Papadiamantis at his most tender and most dangerous.

    Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐφάνη εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ ἀγροῦ μία κόρη ἀνερχομένη τὸν ὄχθον, δι᾽ οὗ καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου. Ἦτο χωριατοπούλα, φοροῦσε τὴν μπόλια, τὴν ποδιὰν καὶ τὴν μανδήλαν της, μὲ τὰς πλεξίδας μακρὰς κρεμαμένας ἕως τὴν μέσην, συμπεπλεγμένας μὲ ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, μὲ τὰ στέρνα εὔκολπα σχηματισμένα ὄπισθεν τῆς ἐμπροσθέλας της τῆς λευκῆς. Ἔβαινε μὲ ἐλαφρὸν ἀλλὰ καὶ δειλὸν βῆμα, ὡς κόρη ἥτις εἶχεν ἀπομάθει πρὸ πολλοῦ τὴν ἕξιν τοῦ νὰ βαδίζῃ εἰς τὰ λιβάδια, καὶ δὲν εἶχε παρατηρήσει τὸν Πάνον τὸν Δημούλην, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ ἐπεπροσθεῖτο ὑπό τινος θάμνου, τὸ δὲ σῶμα ἦτο ἀνακεκλιμένον ἐπὶ τῆς χλόης. Ἦτο ὑψηλή, λιγνή, καὶ καθ᾽ ὅσον ἀνήρχετο τὸν λόφον, ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἔβλεπε τὸ πρόσωπόν της ὡς σύνολον, χωρὶς νὰ διακρίνῃ τοὺς χαρακτῆρας, λάμπον ὥς τινα αἴγλην, κ᾽ ἐμάντευεν ὅτι ἦτο ὡραία. Ἄ! ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις!
  2. 2.Ανέκδοτα ποιήματα

    Μαρία Πολυδούρη, 1993

    Also love and longing. The lyric poems Polydouri never published in her lifetime — love, loss and presentiment, written by a young woman who knew she was dying.

    Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.Ούτε στιγμή, μολίς που εδώστις ράγιες του βαριά σταματημένοκαι πηγαινοέρχονταν γοργά,ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοίδεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.Η άδεια θέση κ’ η σιωπήμεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούνκ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένοόσων τη μοίρα ακολουθούν.
  3. 3.Ανέκδοτα

    Λορέντζος Μαβίλης, 1915

    Also longing and death. A poet-soldier's translations of love, death, and myth, rendered in Greek verse with a tenderness that feels remarkably modern.

    «Τὴν πλάση ἐγύρισα ὅλη·εἶδα κ’ ἐλάλησα· ἐγὼ, πλασμένος ἐπιτούτουάπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ἐδέχτηκα στὸ νοῦ μουκ’ ἐπρόφερα γιὰ τ’ ἄλλα του ἔργα, — ἐξανάδωσά τουἔπαινον ἢ κατάκριση τῆς πλάσης του· ἐμιλοῦσακαταπῶς ἔβλεπα. Ἔτσι ἐγὼ γιὰ τοῦ Ὕψιστου ἀναφέρωτὰ ἔργα, ὡς ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ, — εἶν’ ὅλα ἀγάπη,μὰ ὅλα εἶναι νόμος. Τοῦ κριτῆ τ’ ἀξίωμα ἀφίνω τώραποῦ αὐτὸς μοῦ δάνεισε. Ὅλες μου οἱ μπόρεσες, ποῦ ἔχουνπροορισμὸ νὰ τὸν ἰδοῦν μιαν ἄβυσσο ἐκερδίσανἐκεῖ ποῦ μόνη μιὰ σταξιὰ δροσούλας ἐρωτήθη.
  4. 4.Η ζωή του χωριού

    Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914

    Also love and longing. A Corfiot village where a dance, a handkerchief and a rumour can decide a woman's whole life. Theotokis writes rural Greece without a trace of gloss.

    Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
  5. 5.Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος

    Ιωάννης Πολέμης, 1909

    Also love. A prince raised in total darkness, a kingdom of night, and a love that can only exist before sunrise. A verse drama about daylight as both promise and danger.

    Ήλιε, χρυσέ μου θάνατε ! τόσο ώμορφο ποτέ μουδεν σ’ εφαντάστηκα, ποτέ! Λάφυρο του πολέμουτου χάους με τη θεία βουλή, δείχνεις τη νίκη εκείνηςκαι στη λαχτάρα της ζωής ζωή απ’ το φως σου δίνειςκαι μέσ’ από τη λάμψι σου σκορπάς το χρώμα. Τώδατο χρώμα που ελαχτάριζα. Του κήπου όλα τα ρόδα,ωραία τα ρόδα κι’ ώμορφα κι’ οι κρίνοι ωραίοι, ωραίοικ’ η χλόη ωραία και το νερό που μέσ’ τ’ αυλάκι ρέει,ωραία κ’ η γη κι’ ο ουρανός και τα βουνά κ’ οι κάμποι,μα απ’ όλα πειο ώμορφος εσύ ! Το πρόσωπό σου λάμπειτόσο, που μάτια δεν βαστούν να το κυττάζουν!...
  6. 6.Λυρικά

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890

    Also death and longing. A Heptanesian poet of the generation after Solomos writes of exile, graves and the small consolations of song — direct, musical, and startlingly modern in its grief.

    Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμονταςζυγόνω ἀγάλι ‘γάλικαὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου·θλίψη βαθειά, μεγάλησὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξεγυναῖκα καὶ παιδιά.Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτονὰ προσηλόνῃς πᾶψε·τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκεπές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε·αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σουἀθλία παρηγοριά.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.