1.Ἡ Βλαχοπούλα
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1904
Also longing and love. A returned servant girl, a father who wants to marry her off, and a young idler who sees poetry where others see a peasant. Papadiamantis at his most tender and most dangerous.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐφάνη εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ ἀγροῦ μία κόρη ἀνερχομένη τὸν ὄχθον, δι᾽ οὗ καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου. Ἦτο χωριατοπούλα, φοροῦσε τὴν μπόλια, τὴν ποδιὰν καὶ τὴν μανδήλαν της, μὲ τὰς πλεξίδας μακρὰς κρεμαμένας ἕως τὴν μέσην, συμπεπλεγμένας μὲ ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, μὲ τὰ στέρνα εὔκολπα σχηματισμένα ὄπισθεν τῆς ἐμπροσθέλας της τῆς λευκῆς. Ἔβαινε μὲ ἐλαφρὸν ἀλλὰ καὶ δειλὸν βῆμα, ὡς κόρη ἥτις εἶχεν ἀπομάθει πρὸ πολλοῦ τὴν ἕξιν τοῦ νὰ βαδίζῃ εἰς τὰ λιβάδια, καὶ δὲν εἶχε παρατηρήσει τὸν Πάνον τὸν Δημούλην, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ ἐπεπροσθεῖτο ὑπό τινος θάμνου, τὸ δὲ σῶμα ἦτο ἀνακεκλιμένον ἐπὶ τῆς χλόης. Ἦτο ὑψηλή, λιγνή, καὶ καθ᾽ ὅσον ἀνήρχετο τὸν λόφον, ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἔβλεπε τὸ πρόσωπόν της ὡς σύνολον, χωρὶς νὰ διακρίνῃ τοὺς χαρακτῆρας, λάμπον ὥς τινα αἴγλην, κ᾽ ἐμάντευεν ὅτι ἦτο ὡραία. Ἄ! ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις!