Εν περιπάτω
Αχιλλέας Παράσχος (1838–1895), 1875
A nineteenth-century Greek poet walks through London and Paris and sees only decline. Rage, wit and nostalgia in the same breath. A restless walk through London and Paris, by turns nostalgic, biting and lyrical, with a moral chill beneath the wit.
Feels like nostalgia, dread and hope. About memory, morality and art.
Who it’s for
You may enjoy this if you like nineteenth-century satirical verse that mixes memory, anger and lyric description. The Greek is archaic and the poem is long, so it asks for patience with older diction and extended denunciation.
Why read it
It gives you a sharp, lyrical view of modern cities from a Greek Romantic who measures them against older heroes and losses.
Pages from the book
The telegraph arrives with grief before the lightning does.
Ἀλλὰ ἐπάρατος καὶ σύ, τηλέγραφε, νὰ ἦσαι·σύ, ὅστις καὶ τοῦ κεραυνοῦ ταχύτερον κινεῖσαιδιὰ νὰ φέρῃς εἴδησιν δακρύων καὶ θανάτων,ἄψυχε κόραξ, γλαὺκ βωβὴ πενθίμων ἀγγελμάτων.Τί ἐὰν φέρῃς καὶ χαρᾶς μολπήν; ἡ εὐτυχίαδὲν πλεονάζ’ εἰς τὴν ζωὴν ποτέ, καιρὸν κανένακ’ εἶναι σπανία τῆς πτωχῆς χαρᾶς ἡ ἀγγελία·φεῦ! Κεραυνόνεις ἑκατὸν κ’ εὐαγγελίζεις ἕνα! The door to the poor opens only half — and the reason is a naked sister behind it.
Ζόφος καὶ ψῦχος τὰ ὀστᾶ διαπερᾷ καὶ πεῖνακαὶ γύμνωσις καὶ νόσοιοἰκοῦν τὰ καταλύμματα τὰ πένθιμα ἐκεῖνα·καὶ ὅμως ἄπειροι ἐκεῖ καὶ θνήσκουσι καὶ ζῶσι!Φεῦ! Θνήσκουν περισσότεροι· ἂν ξένος τις συμπέσῃτὸν δρόμον ν’ ἀπολέσῃκ’ ἐκεῖ ἐξαίφνης εὑρεθῇ, ἐκπλήσσεται καὶ φρίσσει,θαρρεῖ πὼς ὀνειρεύεται, φοβεῖται νὰ βαδίσῃ,καὶ δὲν πιστεύει τ’ ὄμμα του· οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοιοὓς βλέπει, εἶναι ἄνθρωποι ἀλήθεια, ἢ κτήνη; Every age looks back and sees its better self in the past.
Ποῦ εἶσθε πατριαρχικοὶ καιροί, γαληνιαῖοι,καιροὶ Θεοῦ καὶ φύσεως, ἀκύμαντοι, ὡραῖοι;Ποῦ εἶσθε ἔτη τῆς αὐγῆς, γλαυκὰ καὶ φωτοβὸλα,ὅτ’ ἤξευρε κανεὶς τὸ πᾶν, διότ’ ἠγνόει ὅλα...Ὅτ’ ἄρχων ἦτο ὁ πατήρ, ἡ ἀνθρωπότης ᾆσμακαὶ συνωμίλει μὲ στοργὴν ὁ πλάστης μὲ τὸ πλάσμα!Φεῦ· κεῖσθε εἰς τὴν ἄβυσσον, τὴν νὺκτα τοῦ ἀπείρου,ὡς καὶ οἱ εὔανδροι καιροὶ τοῦ ἱεροῦ Ὁμήρου,τῶν ἡμιθέων, τῶν θεῶν! Τί ἔγιναν, ποῦ εἶναιἡ Σπάρτη ἡ στηθότειχος, τὸ μύρον αἱ Ἀθῆναι;Ποῦ εἶναι οἱ ἀφρόχυτοι καιροὶ τῆς Σαλαμῖνος,τῶν Ὀλυμπίων ἡ ζωὴ κ’ οἱ χρόνοι σου. Μυκάλη; Αχιλλέας Παράσχος.A fiery Romantic who wrote this long satire on modern London and Paris while the Greek world was still absorbing Darwin; his heroes remained the warriors of 1821.
Books that feel like this
More by Αχιλλέας Παράσχος
Φύλλα
Αχιλλέας Παράσχος, 1876
A Greek poet of the 1870s on exile, prison and inconsolable grief — poems on this list under a title that promises only leaves, written in a rhyming demotic that still lands hard.
Παραμονή Χριστουγέννων
Αχιλλέας Παράσχος, 1878
On Christmas Eve, Christ and Peter walk the waking world, looking for the one door that will still open. A late-Romantic Greek Christmas vision, tender and sly.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Εν περιπάτω for me?
- You may enjoy this if you like nineteenth-century satirical verse that mixes memory, anger and lyric description. The Greek is archaic and the poem is long, so it asks for patience with older diction and extended denunciation.
- What is Εν περιπάτω like?
- A restless walk through London and Paris, by turns nostalgic, biting and lyrical, with a moral chill beneath the wit. Feels like nostalgia, dread and hope. About memory, morality and art.
- What should I read after Εν περιπάτω?
- If you liked Εν περιπάτω, try Αι εξοχαί των Αθηνών (Εμμανουήλ Ροΐδης), Ποιήματα (Ιωάννης Πολέμης) and Συλλογές (Κωστής Παλαμάς).
A taste of the feed
Why a nation that wrote odes to trees lets its forests burn.
Τὸ ὕδωρ ἀγοράζεται ἢ ἁρπάζεται ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, τὰ δὲ δάση κατατρώγουσιν οἱ αἶγες ἢ ἐρημοῦσιν αἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναπτόμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς βοσκησίμου ἐκτάσεως πυρκαϊαί, τῶν ὁποίων ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πασίγνωστοι αὐτουργοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουν ψήφους τὰ δένδρα καὶ ἔχουν ψήφους οἱ αἰγοβοσκοί.
Αι εξοχαί των Αθηνών · Εμμανουήλ Ροΐδης
He is ten and holds his prize; a girl across the room is crying, and only now does he understand why.
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχους γεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους. Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου, το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του, και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοια και το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένια με το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα, και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα. Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα— εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα, κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ. Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη, και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό της πικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
Συλλογές · Κωστής Παλαμάς
At night, things without names walk through your room.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου, τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.
Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed