BookFeed Ελληνικά

Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

Γεώργιος Σουρής (1853–1919), 1880

Poetry Classics

The greatest satirical wit of old Athens — the Romios — skewers kings, bishops and politicians in verse written the morning it was read. Quick, sharp-tongued verse with a current of nostalgia, moving from political mockery to memories of youth, death and passing time.

Feels like wonder, nostalgia and longing. About memory, death and time.

Who it’s for

You may enjoy this if you like satirical Greek verse aimed at kings, bishops and politicians and have some patience for nineteenth-century Athenian references. The Greek is old-fashioned and full of period names and allusions, so it asks for slow reading and a dictionary.

Why read it

It gives you the pleasure of verse written for the day it appeared, still lively in its anger and wit, and a window into old Athens.

Pages from the book

The horses they rode into the sea at midnight, and never thought about again.

Ἤμεθα τότε μιὰ εὔθυμη συντροφιὰ νέων εἰς τὰ Χανιά, ποῦ εἴχαμε κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἱππασίαν. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως ἕνας Τοῦρκος, ὁ Τζανερῖκος, ἔδιδεν ἄλογα μὲ νοῖκι. Ἐπαίρναμε ἀπὸ ἕνα κ’ ἐτραβούσαμε στὰ περίχωρα. Τί ὑπέφεραν ἐκεῖνα τὰ ἄλογα ἀπὸ τὴ νεανική μας τρέλα δὲν περιγράφεται. Ἐτρέχαμε σὰ δαιμονισμένοι καὶ τ’ ἀναγκάζαμε νὰ ὑπερπηδοῦν κάθε ἐμπόδιο ποῦ συναντούσαμε, εἴτε τοῖχος ἦτο, εἴτε χαντάκι. Μάλιστα ἅμα μεθούσαμε, δὲν εἴχαμε πειὰ κανένα οἶκτον δι’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Τὰ σπιρούνια ἐχώνοντο βαθειὰ στὰ πλευρά των καὶ ἡ βίτσες αὐλάκωναν τὸ δέρμα των. Καὶ ἐμεθούσαμε τακτικὰ εἰς τὶς ἐκδρομὲς ἐκεῖνες. Σὲ κάθε χωριὸ ποῦ περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ἢ φίλους ποὺ μᾶς ἔπαιρναν στὰ σπίτια των· καὶ τὸ βράδυ ὅταν ἐφθάναμε στὴ Σούδα, εἴμεθα Ροῦσσοι μεθυσμένοι. Καὶ καμμιὰ φορά, ὅπως ἦσαν ἀφρισμένα τἄλογα, τ’ ἀναγκάζαμε νὰ προχωρήσουν στὴ θάλασσα κ’ ἐκάναμε τὰ λουτρὰ τῶν Κενταύρων, ὅπως ἐλέγαμε τὸ ἔφιππον ἐκεῖνο κολύμπημα.

The sound that ruins a funeral, and cannot be called back.

Δὲν εἶχα τίποτε νὰ εἴπω διὰ τὸν Νικόλαον, ἀλλ’ οὔτε καὶ μ’ ἀφῆκαν. Ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος, ὅπου ἐστέκοντο δύο φίλοι μου, ἦλθε ἕνα φύσημα μύτης, ἕνα γέλοιο ποῦ ξέφυγε ἀπὸ τὴ μύτη, γιατὶ τὸ στόμα ἦτο φραγμένο μὲ μαντῆλι. Τὸ φύσημα ἐκεῖνο καὶ τὸ μαντῆλι ποῦ εἶδα στὸ στόμα κάτω ἀπὸ ἕνα μέτωπο χαμηλομένο, μὲ ἀποτελείωσε. Θύελλα ἀπὸ γέλοια ξέσπασε ἀπὸ τὸ στῆθός μου. Καὶ σὰν ἄρχισα, ἦτο ἀδύνατο πειὰ νὰ κρατηθῶ. Ἤθελα νὰ πῶ: «Γαίαν ἔχοις ἐλαφράν»· ἀλλὰ μόνον ἡ πρώτη συλλαβὴ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα μου κ’ ἐτελείωνε σὲ σπασμὸ γέλοιου.

He dives for a fortune and surfaces with a squid on his foot.

ΦΑΣΟΥΛΗΣΒγάλε με, μωρέ, καὶ δὲν ἀντέχω πια...ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΕὑρῆκες ἄλλο τίποτα;ΦΑΣΟΥΛΗΣΕὑρῆκα μιὰ σουπιά.Ἕνα κταπόδι μὲ τσιμπᾶ στὰ δύο μου ποδάρια.ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΓιὰ κύτταξε καλλίτερα...ΦΑΣΟΥΛΗΣΝά! νά! καὶ δυὸ σφουγγάρια.Τί νὰ σοῦ κάνω, ἀδελφέ;... δὲν βρίσκονται παράδες...θὰ τοὺς ἐπῆραν, φαίνεται, οἱ ἄλλοι σφουγγαράδες.

More passages from Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

Γεώργιος Σουρής.Souris wrote his magazine's verse satire against politicians so relentlessly that he was twice tried for it, and acquitted; Athenians lined up to buy the Romios every Monday.

Books that feel like this

All books like Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

More by Γεώργιος Σουρής

Where to get it

Get the book

Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.

Questions readers ask

Is Από την εφημερίδα «Ρωμηός» for me?
You may enjoy this if you like satirical Greek verse aimed at kings, bishops and politicians and have some patience for nineteenth-century Athenian references. The Greek is old-fashioned and full of period names and allusions, so it asks for slow reading and a dictionary.
What is Από την εφημερίδα «Ρωμηός» like?
Quick, sharp-tongued verse with a current of nostalgia, moving from political mockery to memories of youth, death and passing time. Feels like wonder, nostalgia and longing. About memory, death and time.
What should I read after Από την εφημερίδα «Ρωμηός»?
If you liked Από την εφημερίδα «Ρωμηός», try Η Αγγέλικα (Αργύρης Εφταλιώτης), Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (Γεώργιος Βιζυηνός) and Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης).

A taste of the feed

  1. The outsider who falls harder for a place than the people who live in it

    Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.

    Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης

  2. What you say to a stranger whose whole family was taken by the sea.

    Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμοντας ζυγόνω ἀγάλι ‘γάλι καὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου· θλίψη βαθειά, μεγάλη σὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξε γυναῖκα καὶ παιδιά. Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτο νὰ προσηλόνῃς πᾶψε· τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκε πές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε· αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σου ἀθλία παρηγοριά.

    Λυρικά · Γεράσιμος Μαρκοράς

  3. The one you can't lead, you try to possess.

    Πῶλε Θρηικίη, τί δή με λοξὸν ὄμμασι βλέπουσα νηλέως φεύγεις, δοκεῖς δέ μ’ οὐδὲν εἰδέναι σοφόν; ἴσθι τοι, καλῶς μὲν ἄν τοι τὸν χαλινὸν ἐμβάλοιμι, ἡνίας δ’ ἔχων στρέφοιμί σ’ ἀμφὶ τέρματα δρόμου• νῦν δὲ λειμῶνάς τε βόσκεαι κοῦφά τε σκιρτῶσα παίζεις, δεξιὸν γὰρ ἱπποπείρην οὐκ ἔχεις ἐπεμβάτην.

    Μεταφράσεις · Ηλίας Βουτιερίδης

  4. Read pages from books like this, one at a time

    Keep reading in the feed

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.